ΣΚΡΠΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (Όλο το έργο)


 ISBN 978-9963-9810-9-0
 Βιβλίον εκδοθέν εν έτει 2013
Τύποις: Κ. Ταπακούδης
Εκδόσεις: chlorakasefimerida

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

ΟΙ ΑΝΕΡΑΔΕΣ
ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΙΕΡΕΑΣ

Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΚΛΕΦΤΗΣ
ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΔΗΚΟ
ΤΟ ΤΑΒΕΡΝΕΙΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΚΗ
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΓΙΩΡΚΟΣ ΟΨΙΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΦΙΟΣ
ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΕΝΟΣ ΖΩΟΥ
ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΜΑΘΗΜΑ
Ο Χ΄ ΦΙΛΙΠΠΟΣ
Ο ΑΛΑΚΑΤΗΣ
ΤΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ
ΣΤΟ ΛΑΟΥΜΙ
Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΟΥ ΤΤΟΟΥΛΟΥ
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΟΥ
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΟΚΑ
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
ΛΕΩΝΙΔΑΣ Χ΄ ΑΝΤΩΝΗΣ
ΚΛΕΑΘΘΟΣ Ο ΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΛΟΣ
Ο ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ
 ----------------------------------------------------------
ΟΙ ΑΝΕΡΑΔΕΣ
Η ιστορία της «Αγίας Μαργαρινής» που γράφτηκε πριν από τις «Ανεράδες» το 1979 είναι το Β΄ μέρος, ενώ το παρόν διήγημα που γράφτηκε το 2012 είναι το Α΄ μέρος.
 Σε όλα τα μέρη του κόσμου οι άνθρωποι είναι προληπτικοί, πίστευαν και πιστεύουν σε δοξασίες και φοβούνται τις ανεράδες και τα φαντάσματα.
Από διαδώσεις που κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα δημιουργήθηκαν μύθοι και ιστορίες για Ανεραδες και Νηριειδες, τις λεγόμενες Νεράιδες, ή άλλως τις καλές κυράδες.
Τις λέγανε παλιά Νηρηίδες, ύστερα νεράιδες, σήμερα Ανεράδες, δηλαδή γυναίκες ανέραστες. Είναι συνήθως κοπέλλες λεπτές, ψηλές και όμορφες, που συχνάζουν σε μυστηριώδεις τόπους, καθώς μέσα σε θάλασσες και λίμνες.
Στα πολύ παλιά χρόνια ήταν μια όμορφη κόρη θυγατέρα ενός πολύ πλούσιου προεστού, που είχε πολλά χωράφια και κοπάδια, καθώς και στη δούλεψη του πολλούς μισταρκούς που δούλευαν στις φυτείες του  και βοσκόπολυλλα που έγλεπαν τα κοπάδια του. Ήταν μια κόρη λυγερή που την ονόμαζαν Μαργαρινή, και ζούσε στο μεγάλο σπίτι του κυρού της ο οποίος της διόρισε δούλες να την περιποιούνται, και δούλους να την υπηρετούν. Την είχε μεγάλο καμάρι και καύχημα, και είχε πολύ δίκαιο να αισθάνεται έτσι, αφού σε όλη την Πάφο δεν είχε ομορφότερη της. Ρηγόπουλα και αρχοντόπουλα την ζητούσαν σε γάμο, αλλά αυτή δεν ήθελε κανένα.
Στη δυτική μεριά του μεγάλου σπιτιού ήταν ένας μικρός καταπράσινος τόπος και εκεί έτρεχε μια πηγή που σχημάτιζε μια μικρή λίμνη. Γύρω της βλάσταιναν μεγάλα δένδρα σχηματίζοντας ένα όμορφο τοπίο, μια μικρή  καταπράσινη μικρή όαση μέσα στον κατάξερο κάμπο που την περιέβαλλε. Γι αυτή τη λίμνη λέγονταν ιστορίες ότι ύστερα από τα μεσάνυχτα, κάποτε, έβγαιναν Ανεράδες και χόρευαν, κι αν υπήρχαν νιές κοπέλες εκεί, τις παράσερναν στο χορό, κι όταν κουράζονταν, έπεφταν στη λίμνη να ξεκουραστούν παίρνοντας τες μαζί τους.
Αυτός ο τόπος άρεσε πολύ στην όμορφη Μαργαρινή, και όπως κάτι βαθύ να την συνέδεε μαζί του, καθημερινά έκανε τον περίπατο της εκεί. Καθόταν δίπλα στα γάργαρα νερά κάτω από τον βαθύ ίσκιο των δένδρων και κοίταζε το νερό σαν μαγεμένη, και έλπιζε να έβγαιναν οι ανεράδες να την έπαιρναν μαζί τους.
Ώσπου κάποια μέρα κοντά στα μεσάνυχτα τα βήματα της την οδήγησαν και πάλιν στη λίμνη.
Το φεγγάρι που ήταν ολόγιομο και οι αχτίδες του διαπερνούσαν τα πυκνά πλατιά φύλλα των ευκαλύπτων και φώτιζαν τη λίμνη, για μια στιγμή φώτισαν  μια όμορφη ανεράδα να βγαίνει από τα νερά και να γνέφει στην όμορφη κόρη να πάει κοντά της. Η Μαργαρινή πήγε προς το μέρος της, και σε λίγο μαζί με άλλες ανεράδες που βγήκαν από το νερό, έστησαν χορό μέσα στη λίμνη ως το ξημέρωμα, και λίγο πριν βγει ο ήλιος, όλες μαζί με γέλια και τραγούδια με την όμορφη Μαργαρινή χαμογελαστή ανάμεσα τους, χάθηκαν μέσα στα βάθη της λίμνης…
Με το ξημέρωμα της μέρας όταν ανακάλυψαν την εξαφάνιση της, με διαταγή του κυρού της όλοι αρχίνησαν να την ψάχνουν, όμως χωρίς αποτέλεσμα. Πέρασαν μέρες, το ψάξιμο συνεχιζόταν, αλλά όταν βράδιαζε και όλοι επέστρεφαν πίσω, πάντα τα μαντάτα δεν ήταν καλά, ενώ κανένας δεν έφερνε χαμπάρι για το τι ίσως να είχε συμβεί. Θλίψη κυρίευσε τον κόσμο όλο, αλλά το πιο μεγάλο και ανείπωτο μαράζι, ήταν στην καρδιά του πατέρα της που την είχε μεγάλο καμάρι και της είχε πολύ μεγάλη αγάπη. Ήταν απαρηγόρητος και έριχνε φταίξιμο στον εαυτό του, γιατί μέσα του ήξερε ότι ο χαμός της ήταν τιμωρία για τον ίδιο, για πράξεις δικές του, όταν νεαρό βοσκόπουλο παλιότερα στράφηκε ενάντια στο νόμο και στη φύση των νεράιδων...

Λίγο καιρό πριν, σ εκείνο τον καταπράσινο τόπο συνέβηκε μια ιστορία αγάπης που για πολλά χρόνια και μέχρι την εποχή τη δική μας, την έλεγαν σαν παραμύθι οι μανάδες στα παιδιά τους για νανούρισμα:

Εκείνος ο τόπος ηταν καταπράσινος όπως μια όαση σε έρημο και ονομαζόταν Καπυρός. Ήταν μια περιοχή λίγο ψηλότερα από τη θάλασσα που έσβηνε στα ριζά των υψωμάτων όπου πάνω τους ήταν κτισμένη η κοινότητα της Χλώρακας, και που εκείνους τους παλαιούς καιρούς ζούσαν μόνο ελάχιστες οικογένειες. Ονομαζόταν Καπυρός γιατί στην τέλειωση της η πεδιάδα εκεί που ακουμπούσε στο οροπέδιο της Χλώρακας, οι γκρεμμοί αποτελούνταν από πέτρες-πλάκες, που όταν τα καλοκαίρια ο ήλιος χαμήλωνε το δείλης για να δύσει, οι αχτίνες του χτυπούσαν πάνω τους αντανακλώντας τη ζέστα που δημιουργούσε αφόρητη πυρά (ζέστη), εξ ου το όνομα κα-πυρός.
Μέσα σ αυτή την αφόρητη κάψα του καλοκαιριού, ανάμεσα σε όλη αυτή την πεδιάδα υπήρχε μια συστάδα πανύψηλων δένδρων όπου από κάτω τους ανέβλυζε μια δροσερή πηγή που τα νερά της έτρεχαν δημιουργώντας μια μικρή λίμνη και ύστερα συνέχιζαν προς τη θάλασσα.
Σ αυτή τη μικρή λίμνη έλεγαν οι παλιοί κάτοικοι, μαζεύονταν τις νύχτες οι ανεράδες που λούζονταν στα δροσερά νερά παίζοντας και τραγουδώντας. Γι αυτές έλεγαν παραμύθια οι μαμάδες στα άτακτα μωρά τους για να τα φοβίζουν ώστε να μην κάνουν αταξίες. Ήταν μικρές ιστορίες για παράξενα όντα άγνωστα μα και γνωστά, για λόττες με κουδούνια, για πάουλλους, αλλά κυρίως για νεράδες που αγαπούσαν το νερό, γι αυτό και τις έλεγαν νερά-δες.

Μια φορά και ένα καιρό εκείνους τους καιρούς, ήταν ένα βοσκόπουλο που κατοικούσε στο νοτιά, εκεί που τέλειωνε η Χλώρακα και αρχήνιζε το βασίλειο της Ρήγαινας, στα Παλιόκαστρα της Κάτω Πάφου. Μια μέρα στη βοσκή, τα πρόβατα του έκοψαν πολλή απόσταση και οδήγησαν τον νέο στον Καπυρό. Είδε τον τόπο και τον αποθαύμασε, σκέφτηκε ότι είναι πολύ ωραίο μέρος και πολύ θα του άρεσε αν κατοικούσε εκεί. Κάτω από τον ίσκιο των ψηλών δεντρών δεν είχε όρεξη να φύγει, αξ άλλου υπήρχε πολλή βοσκή για το κοπάδι του. Κοίταξε λοιπόν τη βούρκα του, και με ευχαρίστηση είδε ότι περίσσευε αρκετή τροφή και για την επαύριον. Αποφάσισε λοιπόν, να διανυχτερευσει εκεί.
Όταν όλα τα πρόβατα σιγά με το βραδύς ηρέμισαν, εγειρε και ο ίδιος πάνω σ ένα γουνάρι φύλλα και αποκοιμήθηκε  με το τραγούδι των γρυλλίδων σαν νανούρισμα ή και σημάδι επικείμενης βροχής, ή οιωνός για καλοτυχία και ευημερία, ή ακόμα ως προάγγελος θανάτου, έτσι ελεγαν για το τραγούδι των γρύλλων οι παλαιοί.
Ξαφνικά κοντά στα μεσάνυχτα τον βαθύ του  υπνο διέκοψαν φωνές, γελια και τραγούδια. Ανασηκώθηκε λίγο και στο φεγγαρόφωτο που έριχνε τις αχτίνες του από τα πλατιά φύλλα των ευκαλύπτων, είδε κοπέλες όμορφες μπροστά του να χαριεντίζονται και να παίζουν. Έκθαμβος τις παρακολουθούσε να λούζονται και να χτενίζονται, και σκεφτόταν αν όσα έβλεπε ήταν αποτέλεσμα του τραγουδιού των γρύλλων που οι δοξασίες ανάφερναν ότι όποιος τους άκουγε θα είχε καλοτυχία ή κακοτυχία. Σε λίγο κατάλαβε ότι όσα έβλεπε ήταν αληθινά, ήταν πραγματικές νεράδες που συνήθιζαν μετά τα μεσάνυχτα να βγαίνουν στις δροσερές πηγές να λούζονται και να χορεύουν.
Σηκώθηκε και ανάλαφρα χωρίς να κάνει φασαρία, σίμωσε κοντά τους και τις είδε όλες να είναι πανέμορφες, η μια ομορφότερη από την άλλη. Στροβιλίζονταν με χάρη και η μελωδική τους φωνή ήταν σαν βάλσαμο που καθόταν στην καρδιά του και την έκανε να χτυπά γλυκά σαν μελωδική καμπάνα εκκλησίας που δόξαζε την Παναγία. Και ανάμεσα σε όλες τους, ξεχώρισε μία από όλες που είχε κατάμαυρα  μαλλιά και χόρευε καλύτερα από τις άλλες. Απέμεινε να την κοιτάζει να χορεύει μέχρι που σχεδόν ξημέρωσε. Και μέσα στο χάραμα και στο ξημέρωμα τις είδε να φεύγουν και να εξαφανίζονται στον πρωινό ορίζοντα, ενώ στ αφτιά του έμεινε μόνο ο απόηχος από τα κρυστάλλινα γέλια τους και τα χαρούμενα χαμογέλια τους.
Από εκείνο το βράδυ τον βασάνιζε η σκέψη της όμορφης ανεράδας και δεν την εβγαζε από τη σκέψη του. Μαράζωνε και ήταν πολύ δυστηχισμένος. Αποφάσισε να συμβουλευτεί τους γεροντότερους, και ένας από αυτούς του είπε ότι μαγεύτηκε από την ανεράδα και μόνη ελπίδα να γλυτώσει και να του φύγουν τα μάγια, ήταν να την παντρευτεί. Για να γίνει όμως αυτό κατορθωτό, έπρεπε η ανεράδα να χάσει τα μάγια της, αλλά τα μάγια της θα τα έχανε μόνο αν την έλουζε το φως της ημέρας, αν δηλαδή δεν έφευγε από την λίμνη πριν ανατείλει ο ήλιος.
Αποφάσισε να παραμονέψει και να κλέψει την αγαπημένη του. Έστησε για τούτο μια μάντρα για τα πρόβατα και μια πρόχειρη καλύβα για λόγου του εκεί στον Καπυρό, και κάθε βράδυ έστηνε καραούλι στις ανεραδες.
Οι μέρες περνούσαν, αλλά δεν φαίνονταν. Σκέφτηκε ότι θα βρήκαν άλλες λίμνες ομορφότερες, αλλά ήταν σίγουρος, κάποτε θα τις βαριόντουσαν και θα επέστρεφαν πίσω.
Πέρασε λίγος καιρός, και ένα βράδυ κοντά στα μεσάνυχτα, άκουσε τα γέλια πάλαι  να γεμίζουν με όμορφους μουσικούς ήχους τη φεγγαρόλουστη νύχτα.
Ήξερε ότι η προσμονή του τέλειωσε, εκείνη τη νύχτα θα αιχμαλώτιζε την καλή του και θα την έκανε παντοτινή του σύντροφο…
Όταν εμφανίστηκαν οι νεράιδες στη λίμνη και άρχισαν να χορεύουν κρατώντας τα μαντήλια τους, το βοσκόπουλο αναστατωμένο από την αγάπη που του προκαλούσε η όμορφη νεράιδα, την παρακολουθούσε ώσπου στάθηκε κάτω από ένα δένδρο οπού πρωτύτερα είχε στήσει στα κλαριά του ένα δίχτυ. Μόλις σταθηκε από κάτω τράβηξε το σκοινί και άφησε το δίχτυ να πέσει και να ακουλλίσει την όμορφη νεράιδα που πιασμένη αιχμάλωτη και παγιδευμένη πλέον, δεν μπορούσε να φύγει. Σπαρταρούσε όπως το ψάρι έξω από το γιαλό, και φώναζε στις άλλες να την βοηθήσουν. Μεμιάς όμως το βοσκόπουλο πετάχτηκε έξω και με φοβερές φωνές, ανάγκασε τις άλλες νεράιδες να φύγουν μακριά.
Στάθηκε και έβλεπε την αγαπημένη του να υποφέρει και να σπαράζει από το φόβο της αιχμαλωσίας, αλλά έσφιγγε την καρδιά του και περίμενε τον ήλιο να ανατείλει.
Σε λίγο όταν ξημέρωσε και φάνηκε ο ήλιος που με τις ηλιαχτίδες του έλουσε φώς την ανεράδα, με μιάς αυτή ημέρεψε, έχασε τα μάγια της και σιώπησε, και έμεινε χασκιασμένη να κοιττάζει με απλανές βλέμμα γύρω της.
Έδειχνε ανήμπορη πιασμένη μέσα στα δίκτυα ένα όμορφο πλάσμα, που χρειαζόταν βοήθεια. Το παλικάρι έσκυψε και την απελευθέρωσε, της είπε να μην φοβάται και με αγάπη την πήρε στην αγκαλιά του και της είπε ότι θα την προστατεύσει.
Την πήρε μαζί του, την εγκατέστησε στο κονάκι του και της έβαλε στεφάνι  κάνοντας την νόμιμη σύζυγο του. Όταν την παντρεύτηκε και μετά, όλα του πήγαιναν δεξιά, απέκτησε πλούτη και περιουσία, έγινε ένας μεγάλος άρχοντας. Απόκτησε με την καλή του κυρά μια πανέμορφη κόρη που την ονόμασαν Μαργαρινή.
Τα χρόνια περνούσαν, όλα τα καλά ήταν στο σπιτικό του, το μόνο που τον στεναχωρούσε ήταν που έβλεπε την όμορφη γυναίκα του πάντα λίγο μελαγχολική. Μέσα στην πολλή ευτυχία του, αποφάσισε να αγοράσει τον Καπυρό και τα γύρω χωράφια, να χτίσει εκεί ένα καινούργιο σπιτικό, μήπως έτσι εκεί στους παλιούς γνώριμους τόπους, η γυναίκα του ξαναβρεί το χαμογέλιο της.
Έκτισε λοιπόν ένα καινούργιο μεγάλο σπίτι στα βορεινά της όμορφης λίμνης με τα καταπράσινα δένδρα, αλλά αντί αυτός ο τόπος να αρέσει στην όμορφη σύζυγο του, άρεσε πολύ στην όμορφη κόρη του την Μαργαρινή, και όπως κάτι βαθύ να την συνέδεε μαζί του, καθημερινά έκανε τον περίπατο της εκεί. Καθόταν δίπλα στα γάργαρα νερά κάτω από τον βαθύ ίσκιο των δένδρων και κοίταζε το νερό σαν μαγεμένη, και έλπιζε να έβγαιναν οι ανεράδες να την έπαιρναν μαζί τους.
Ώσπου κάποια μέρα κοντά στα μεσάνυχτα τα βήματα της την οδήγησαν και πάλιν στη λίμνη.
Το φεγγάρι που ήταν ολόγιομο και οι αχτίδες του διαπερνούσαν τα πυκνά πλατιά φύλλα των ευκαλύπτων και φώτιζαν τη λίμνη, για μια στιγμή φώτισαν  μια όμορφη νεράιδα να βγαίνει από τα νερά και να γνέφει στην όμορφη κόρη να πάει κοντά της. Η Μαργαρινή πήγε προς το μέρος της, και σε λίγο μαζί με άλλες ανεράδες που βγήκαν από το νερό, έστησαν χορό μέσα στη λίμνη ως το ξημέρωμα, και λίγο πριν βγει ο ήλιος, όλες μαζί με γέλια και τραγούδια με την όμορφη Μαργαρινή χαμογελαστή ανάμεσα τους, χάθηκαν μέσα στα βάθη της λίμνης…

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Γεννήθηκε στη Χλώρακα από ευσεβείς γονείς πιστούς λάτρεις της Χριστιανοσύνης που κατάφεραν να εμφυτεύσουν στην καρδιά του την ίδια αγάπη. Από μικρός ήθελε να ενδυθεί τα ράσα αφού αγαπούσε τα θεία και συνεπαιρνόταν από τη μυσταγωγία που ένιωθε όποτε από μικρός με τον πατέρα του κάθε Κυριακή πήγαιναν να λειτουργηθούν στην εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοαιματούσας.
Όταν μεγάλωσε έγινε ένας ήρεμος άνθρωπος χαμηλών τόνων που κοίταζε την οικογένεια του και την εργασία του, αλλά που ακόμα είχε μέσα του την επιθυμία της ιεροσύνης. Οι συνθήκες δεν του επέτρεψαν να πραγματοποιήσει αυτό που ήθελε, και όταν τα χρόνια πέρασαν, πήρε απόφαση ότι θα έμενε παντοτινά απλός πολίτης, ένας απλός πιστός Χριστιανός. Παντρεύτηκε και νοικοκυρεύτηκε στη Γεροσκήπου. Έκαμε κάμποσα παιδιά, που για να τα ζήσει έκαμνε διάφορες εργασίες δουλεύοντας σκληρά νύχτα και μέρα, αφοσιωθηκε εξ ολοκλήρου να τα αναγειώσει, να τα μεγαλώσει και να τα μορφώσει. Κάθε Κυριακή τους στοίβαζε όλους, σύζυγο και μωρά μέσα στο μικρό του αυτοκίνητο και πήγαιναν στην εκκλησιά της Παναγίας στη Χλώρακα όπου συναπαντιόνταν όλοι οι στενοί συγγενείς, γονείς, παιδιά και εγγόνια.
Αυτή η κατάσταση η ίδια ακριβώς, διαρκούσε για χρόνια και δεκαετίες, ήταν μια ρουτίνα που δεν θα μπορούσε να την φανταστεί διαφορετικά. Ήταν μια συνήθεια που τον ευχαριστούσε, ήταν με αυτό τον τρόπο που ερχόταν σε άμεση επαφή με το Θεό όπως ο ίδιος πίστευε, έτσι αναπλήρωνε το κενό της μη πραγμάτωσης του ευγενούς ονείρου του. 

Αυτά μου έλεγε ένα βράδυ καθισμένοι στο καφενείο του χωριού, και εγώ τον παρηγορούσα λέγοντας του ότι τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, και αν μέσα του ένιωθε καλός Χριστιανός και ενεργούσε Χριστιανικά, σίγουρα πνευματικά ήταν ανώτερος από πολλούς παπάδες.

Ο καιρός περνούσε, μια άλλη μέρα που συναντηθήκαμε και κάτσαμε να τα πούμε, τον άκουσα ξαφνιασμένος να μου λέει,
-αποφάσισα να πάω παπάς.
Η έκπληξη μου ήταν μεγάλη, δεν πίστευα αυτό που άκουγα, διότι είχε στη ράχη του 50 χρόνια ηλικίας, μεγάλα παιδιά και εγγόνια. Του ζήτησα να μου εξηγήσει γιατι πήρε αυτή την απόφαση, δηλαδή τώρα που ξεκινούσε η τρίτη του ηλικία, αποφάσισε να ιερωθει, να αρχίσει το διάβασμα για να μάθει να λειτουργεί, να ψάλλει και να ιερουργεί.
-Άκουσε μου, μου λέγει. Ήμουν στην εργασία μου και φύλαγα νυχτοφύλακας. Τις πρωινές ώρες περίπου ένα βράδυ, άκουσα πατημασιές να με πλησιάζουν. Υπέθεσα ότι ίσως να ήταν κάποιος κλέφτης, και του φώναξα να σταματήσει.
Αλλά πάλι τα βήματα ακούγονταν και με πλησίαζαν. Για δεύτερη φορά φώναξα σταμάτα, καμία απάντηση πάλι δεν έλαβα. Σήκωσα τον ασύρματο για να καλέσω βοήθεια, και αυτός έδειχνε να μην λειτουργεί.
Ξαφνικά, αντί για κλέφτη, βλέπω μπροστά μου να στεκει μια ανθρώπινη φιγούρα μέσα σε λάμψη φωτός. Όπως τον είδα, δεν φοβήθηκα, γιατι αναγνώρισα στο πρόσωπο του την μορφή του Αγίου Στεφάνου της Λέμπας που απεικονίζεται σε ένα εικόνισμα στο τέμπλο του ιερού στο παλιό ξωκλήσι του. Με ήρεμη φωνή με ρώτησε γιατι φοβάμαι να γίνω παπάς, αφού αυτό είναι το όνειρο της ζωης μου. Χωρίς να συνειδητοποιώ ποιον είχα απέναντι μου, του απάντησα ότι πέρασε ο καιρός και τα χρόνια μου ήταν τόσα πολλά, που δεν θα ήταν συνετή μια τέτοια απόφαση.
Μου είπε να μην φοβάμαι τα χρόνια, και με ρώτησε πόσα χρόνια θέλω ακόμα να ζήσω για να υπηρετήσω τα θεία τα οποία πρεσβεύω.
Γύρισε κα έφυγε, και ενώ έσβηνε το φως που τον περίελουζε, τον άκουσα να με παροτρύνει να γίνω τώρα παπάς, και να κυρηξω σε όλους να μετανοήσουν.
Όταν σε λίγο κατάλαβα ότι έγινε ένα θαύμα και μου φανερώθηκε ο Άγιος Στέφανος, μέσα σε μεγάλη κατάνυξη και δακρυσμένος από χαρά και ευτυχία, σήκωσα τον ασύρματο για να βεβαιωθώ, και τον είδα να είναι σε λειτουργία. Είχε σταματήσει εκείνη την ιερή στιγμή που μου φανερώθηκε ο Άγιος, ήταν απόφαση του Θεού να σιγήσει τόσο όσο να μου μιλήσει ο Άγιος Στέφανος. Τώρα ήταν εντάξει, ήταν ένα σημάδι απόδειξη πώς η Άγια φανέρωση συνέβηκε στην πραγματικότητα και όχι στη φαντασία μου ή στο όνειρο μου. Πήρα την μεγάλη απόφαση τώρα, σ αυτή την ηλικία να ιερωθω, να αρχίσω το διάβασμα για να μάθω να λειτουργώ, να ψάλλω και να ιερουργώ.
  
ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΙΕΡΕΑΣ
Ο πατέρας του ήταν ένας ευσεβής ιερέας με υψηλά ιδανικά και ηθικές αρχές αφοσιωμένος στες Άγιες και ιερές παρακαταθήκες της Χριστιανικής πίστης. Αγαπημένος του προστάτης και Άγιος ήταν ο Απόστολος Ανδρέας που σύμφωνα με την παράδοση είχε ταξιδέψει μέχρι τις ανατολικές ακτές της Κύπρου με ένα καράβι και διδάσκοντας το θείο λόγο και κάνοντας πολλά θαύματα, έφερε πολλούς ανθρώπους στο δρόμο του Χριστού. Γι αυτόν τον αγαπημένο του Άγιο και θέλοντας να τον τιμήσει, ονόμασε τον αγαπημένο του γιο με το ίδιο όνομα.
Όσο μεγάλωνε ο Ανδρέας, η ζωή του ήταν κατά Κύριον και ευάρεστη εις τον Θεόν. Ζούσε αυστηρή ζωή, και σε νεαρή ηλικία γράφτηκε και σπούδασε στην Ιερατική σχολή Κύπρου. Παρέμεινε λαϊκός μέχρι τον θάνατο του πατέρα του, οπότε χειροτονήθηκε ιερέας και συνέχισε το Θεάρεστο έργο της δοξολογίας του Κυρίου ημών Χριστού και Θεού.
Η ζωή του ήταν σκληρή και δύσκολη τα πρώτα χρόνια της ιεροσύνης του. Με ένα πολύ πενιχρό μισθό εκείνους τους δύσκολους και πέτρινους καιρούς και έχοντας να συντηρήσει σύζυγο και παιδιά, αναγκαζόταν να εργάζεται ταυτόχρονα ως γεωργός, ένα επάγγελμα πολύ σκληρό, που δεν του άφηνε καθόλο χρόνο να αναπαύεται. Παρ όλα αυτά, αγαπούσε την εκκλησία και την υπηρετούσε πιστά, και την κλίση του προς τον Θεό και το Ευαγγέλιο την έδειχνε εμπράκτως. Η καρδιά του ευφραινόταν και αγαλλιούσε όταν τις Κυριακές και τις άλλες γιορτές το μικρό παρεκκλήσι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο οποίο ιερουργούσε γέμιζε κόσμο και με κατάνυξη οι πιστοί τον παρακολουθούσαν να τελεί τη θεία λειτουργία. Ήταν η μεγαλύτερη του ευχαρίστηση γιατι ένιωθε ότι οι διδαχές του έπιαναν τόπο στις καρδιές των ανθρώπων και τους παρακινούσαν να συναθροίζωνται αθρόα στο μικρό εκκλησάκι…
 
Μα ύστερα, δυστυχώς ακολούθησαν χρόνια δύσκολα, επήλθε Εθνικός διχασμός, ο κόσμος χωρίστηκε σε δύο παρατάξεις και η εκκλησία διχάστηκε κι αυτή.
Τα μίση φώλιασαν στις καρδιές των ανθρώπων, ξέχασαν την πίστη τους και στράφηκαν εναντίον του Θεού, των εκκλησιών και του καλού ιερέα.
Τον κατηγόρησαν και τον διαπόμπευσαν, τον σπίλωσαν και τον ύβρισαν, τον έκαναν να αισθάνεται δυστυχής και τον έριξαν στη βάσανο της μοναξιάς και της απομόνωσης.
Πέρασε δύσκολες στιγμές καθότι κακοί άνθρωποι διέσπειραν κακολογίες και κατηγορίες εις βάρος του. Αποτέλεσμα η εκκλησία του άδειασε από πιστούς και παρέμεινε μόνος με την απελπισία να τον κατακλύζει και την στενοχώρια να τον βασανίζει. Στις προσευχές του παρακαλούσε το Θεό να τον φωτίσει τι να κάμει, αλλά απάντηση δεν έπαιρνε. Ο καιρός περνούσε, συνέχιζε να πηγαίνει στο παρεκκλήσι του Μιχαήλ Αρχαγγέλου και να λειτουργεί μοναχός χωρίς εκκλησίασμα, ενώ πολλές φορές οι κακοί άνθρωποι που έχασαν την πίστη τους και η καρδιά τους γέμισε κακία και πολιτικό φανατισμό, του έκλειναν τον δρόμο και δεν του επέτρεπαν την είσοδο στο μικρό εκκλησάκι. Πονούσε η καρδιά του και διερωτοταν άν αυτός ήταν άδικος και οι άλλοι δίκαιοι. Ήταν απαρηγόρητος, αλλά με καρτερία υπέμενε τα δεινά και στις προσευχές του συνέχιζε να παρακαλεί τον Μιχαήλ Αρχάγγελο να του φανερωθεί και να του δώσει συμβουλή.
Ώσπου μια νύχτα ήρθε στ όνειρο του ο Αρχάγγελος και όπως στη γένεση του κόσμου κραύγασε το στώμεν καλώς, έτσι και τώρα του φώναξε, ότι -εάν για τον άνθρωπο που γι αυτόν ο Θεός θυσιάστηκε, από αυτόν υβρίστηκε, ταπεινώθηκε, πόνεσε αλλά στο τέλος ονομάστηκε Σωτήρ, έτσι και αυτός δεν θα έπρεπε να κρίνει τον εαυτό του από τις πράξεις των άλλων, αλλά από τις δικές του, και στο τέλος σίγουρα θα ερχόταν η σωτηρία και η επιβράβευση-
Παίρνοντας θάρρος από την Αγγελική φανέρωση, αποφάσισε να ψάξει άλλους τόπους για να συνεχίσει το λειτούργημα στο οποίο είχε ταχθεί.
Έτσι μια σκυθρωπή μέρα κάποιου Φθινοπώρου, επιβιβάστηκε με την οικογένεια του σε ένα επιβατικό πλοίο και εγκατέλειψε το νησί του. Πήγε στη μακρινή χώρα της Ελλάδας όπου αναζήτησε και βρήκε εργασία σε ένα μακρινό χωριό των συνόρων. 
Με πολλή υπομονή, εγκαρτέρηση, όρεξη και πείσμα, αφοσιωθηκε στο θείο εκκλησιαστικό  του έργο, και πολύ σύντομα είδε με ευχαρίστηση το εκκλησίασμα σιγά σιγά να πληθαίνει και να γεμίζει την εκκλησία. Ένιωθε ευχαριστημένος. Βολεύτηκε οικογενειακά σ ένα ευρύχωρο σπιτάκι που του παραχώρησαν, και η αμοιβή του ήταν καλή. Περνούσε μια ήρεμη οικογενειακή ζωή, και  ταυτόχρονα με την εργασία του, γράφτηκε στο Ποιμαντικό τμήμα του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης σπουδάζοντας και παίρνοντας πτυχίο Θεολογίας.
Ήταν ευχαριστημένος και πεπεισμένος ότι ο Αρχάγγελος που του φανερώθηκε εκείνη τη νύχτα στ όνειρο του, τον έβγαλε από τη μοναξιά της απομόνωσης και τον βοήθησε να βρει νέο ποίμνιο, ίσως καλύτερο από το προηγούμενο.
Τα χρόνια περνούσαν και ο καλός ιερέας μορφωμένος πλέον με δίπλωμα πανεπιστημίου και με τη χάρη και φώτιση του Θεού, έγινε ένας πολύ σπουδαίος και σεβαστός κήρυκας του Ευαγγελίου. Έπρεπε να μην έχει κανένα παράπονο, όμως μέσα του η νοσταλγία τον έτρωγε και οι θύμισες του τόπου που γεννήθηκε τον τραβούσαν και τον έκαναν να νοσταλγεί ακόμα και τους κακούς ανθρώπους που τον διαπόμπευσαν. Όσοι έζησαν στη ξενιτιά ξέρουν από νοσταλγία, και είναι άνθρωποι που αγαπούν την πατρίδα τους περισσότερο από τους άλλους, είναι ο λόγος της απομάκρυνσης τους από αυτούς που αγάπησαν, και από αυτούς που συνδέθηκαν με τον κάθε τρόπο. Όμως δεν του πέρασε η σκέψη της επιστροφής καμιά φορά, αφού είχε φτιάξει μια καινούργια ζωή στα ξένα μέρη, μια ζωή καλή που παράπονο κανένα δεν είχε, παρά μόνο μεγάλη ευχαρίστηση είχε.
Ήταν ένα πρωινό καλοκαιρινό, πρωί με το χάραμα σκούντησε τη γυναίκα του που ακόμα κοιμόταν, και της είπε να ετοιμαστούν και θα γυρίσουν πίσω στο χωριό τους, στον τόπο τους, στα μέρη που γεννήθηκαν και αναγιώθηκαν. Η γυναίκα του έμεινε σαστισμένη να τον κοιτάζει αγουροξυπνημένη, αλλά βλέποντας το φωτισμένο πρόσωπο του να λάμπει από αποφασιστικότητα, δεν μίλησε, παρά μόνο κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Ήξερε καλά τον άντρα της, ήξερε το σαράκι της νοσταλγίας που τον έτρωγε, και τη στιγμή αυτή την περίμενε από πάντα, ήταν σίγουρη ότι θα ερχόταν.

Φόρτωσαν τα πράγματα τους σε ένα φορτηγό πλοίο της γραμμής και επέστρεψαν. Ο Εθνικός διχασμός είχε τελειώσει και οι άνθρωποι ηρέμησαν και μετανόησαν, γιατι η διχόνοια που τους προέκυψε επέφερε πολλά δεινά στον τόπο τους. Βρήκαν ευκαιρία και αιτία οι βάρβαροι Τούρκοι και εισέβαλαν πάνοπλοι σφάζοντας, βιάζοντας και σκοτώνοντας και κατακτώντας το μισό νησί.
Το 1987 λοιπόν, επιστρέφει στην Κύπρο και αναλαμβάνει την ενορία της Χλώρακας. Ταυτόχρονα  διορίζεται ως καθηγητής Θεολογίας και διδάσκει σε διάφορα Γυμνάσια. Από τότες μέχρι και σήμερα 2012, υπηρετεί με περηφάνια και προσφέρει με επιτυχία τις ποιμαντικές του υπηρεσίες στην κοινότητα της Χλώρακας. Ο καθεδρικός ναός της Παναγίας της Χρυσοαιματούσας τις Κυριακές γεμίζει ασφυκτικά, οι πιστοί τον σέβονται και τον θεωρούν πρότυπο ιερέως που με τη μεγάλη του μόρφωση και την πολύχρονη του πείρα, εμπεδώθηκε στις καρδιές τους και με κατάνυξη ζητούν την ευλογία του και τη συμβουλή του.
Τώρα σε μεγάλη ηλικία πλέον, κάποτε μόνος του καθισμένος στο καφενείο του χωριού του, αναπολεί και φέρνει στη θύμηση του όλα τα περασμένα. Νιώθει δικαιωμένος και ευχαριστημένος και μια απέραντη ευγνωμοσύνη στον Άγιο Αρχάγγελο που του φανερώθηκε στον ύπνο του και τούδωσε κουράγιο και εγκαρτέρηση τις δύσκολες εποχές που τον είχε ανάγκη. Σε λίγες μέρες ξέρει, είναι η γιορτή του και όπως κάθε φορά λογαριάζει να τον δοξολογήσει μεγαλόπρεπα καθώς του αρμόζει.

Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΚΛΕΦΤΗΣ
Η πλατεία της Χλώρακας πριν ένα αιώνα περίπου, δεν είχε μεγάλη διαφορά από τη σημερινή. Σήμερα όπως και τότες, ήταν η μικρή και η μεγάλη εκκλησία, τα παλιά κτίρια γύρω από την χωμάτινη πλατεία, ο σημερινός σύλλογος του ΑΚΕΛ και δίπλα το πέτρινο παντωπολείο της ΣΠΕ, στην άλλη μεριά τα μικρά μαγαζάκια του Αντωνέσκου και δίπλα το διπλό κατάστημα το ένα μεγάλο και το άλλο μικρότερο που σήμερα ανήκει στον Στεφανή του Γρίστου.
Σήμερα όλα αυτά τα κτίρια αποτελούν το κέντρο του χωριού, μαζί με δυο τρία άλλα, καθώς και άλλα τόσα που έχουν χαλαστεί. Ήταν η ταβέρνα του Φκωνή που σήμερα στη θέση της είναι η ταβέρνα Φαμακούστα, ήταν τα μικρά μαγαζάκια και το μπαρπεριό του Φίλιππου του Κίρυλλου και το καφενείο του Κώστα Ταπακούδη που χαλάστηκαν για να κτιστεί η ΣΠΕ, και απέναντι στο κέντρο της κεντρικής πλατείας βρισκόταν το παλιό οίκημα που στέγαζε κατά καιρούς το ΑΚΕΛ και την ΠΕΚ αλλά χαλάστηκε για να μεγαλώσει η πλατεία, ενώ διπλα του με μια χωμάτινη στέγη που όλο έσταζε, ηταν το κουρείο του Χαρή του Γιώρκα.
Πίσω από τη μικρή εκκλησία που είναι το καφενείο του Καραμανλή, ήταν ένα χωράφι με τερατσιές κάτω από τις οποίες κάθε καλοκαίρι γινόταν το ζύγισμα και η παραλαβή των τερατσιών από τους εμπόρους, και προστά από το μικρό τεμάχιο του παλιού νεκροταφείου που απόμεινε σήμερα, υπήρχαν παλιές αποθήκες που μέσα στέγαζαν το σφαγείο του χωριού, αλλά από την πολυκαιρία και τους αδιάφορους σεισμούς χάλασαν.

Κατά την περίοδο λίγο πριν τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, στο μικρό μαγαζάκι του Στεφανή του Γρίστου στεγαζόταν ο φούρνος που έψηνε τα ψωμιά για τους χωριανούς, και το διπλανό το νοίκιαζε ο Σπύρος Πενταράς, που είχε στήσει μέσα ένα μικρό μπακάλικο και καφενείο μαζί, όπου ολημερίς και βράδυ, ώρες ατελείωτες έστεκε μέσα προσπαθώντας για τον επιούσιο.
Σ αυτές τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιασμένης ενασχόλησης του ο Σπύρος είχε ένα κολλητό φίλο τον Κυριάκο του Μαυρονικόλα, που όταν δεν είχε δουλειά, καθόταν μαζί του και του έκανε παρέα, παίζοντας μαζί του τάβλι.
Αυτό το καφενείο και όχι τα διπλανά, είχε βάλει στόχο ο Νικόλας του Ττόουλου ένας συμπαθής παραπόττης, που κατά καιρούς σε νυχτερινές εξορμήσεις έκανε εφόδους και διαρρηγνύοντας το, έκλεβε επιλεκτικά τη ζάχαρη, τον καφέ και τα παξιμάδια, δηλαδή τα προϊόντα που πρόσφερε το κατάστημα ως καφενείο. Αυτό συνέβαινε για πολύ καιρό και είχε καταντήσει μια αστεία βεντέτα που η διάρρηξη δεν γινόταν για οικονομικά οφέλη, παρά σαν μια φανερή πρόκληση από τον κλέφτη στο νοικοκύρη.
Ήταν σε όλους κρυφό μυστικό ποιος ήταν ο δράστης, και οι δυο φίλοι είχαν γίνει περίγελο στη μικρή κοινωνία του χωριού, γιατι δεν ήταν άξιοι να συλλάβουν τον παραππόττη κλέφτη που τους έριχνε το γάντι τόσο φανερά. Πολλές φορές οι δυο φίλοι έστησαν καραούλι να τον πιάσουν επ αφτοφώρω, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, όπως να ήξερε ο κλέφτης τις κινήσεις τους και τους απέφευγε. Ειχε καταντησει η κατασταση ένας διαρκής κλεφτοπόλεμος και θέμα τιμής για τους δυο φίλους. Έπρεπε κάτι να κάμουν, οπωσδήποτε να σταματήσουν αυτή τη βεντέτα, έτσι αποφάσισαν να στήσουν σκοπιές όσες φορές και όσες ώρες χρειαστούν, ώσπου να πιάσουν τον κλέφτη στα πράσα.
Στην αυλή του καφενείου ήταν βλαστημένη μια μεγάλη παπουτσοσυτσιά και πίσω από τα χοντρά της φύλλα αποφάσισαν να  κρύβονται καθενυκτικά με τις ώρες ως το πρωί, μέχρι να συλλάβουν τον κλέφτη.
Έτσι έκαμαν, οι μέρες περνούσαν, ο διαρρήκτης δεν φαινόταν, και οι κλεψιές είχαν σταματήσει. Όμως οι φίλοι επέμεναν, δεν τα έβαζαν κάτω, ήσαν αποφασισμένοι να τελειώσουν την ιστορία, να πάρουν την ρεβάνς. Με πολλή καρτερία και υποφέροντας πολλές φορές από τα κουσπιά πάνω στα χοντρά φύλλα και από το ξενύχτι, έστεκαν εκεί, ακίνητοι χωρίς να κάνουν θόρυβο, παρακολουθώντας.  
Μια νύχτα που κρύφτηκαν και περίμεναν, άρχισε ψιλή βροχή που τους έκαμε μούσκεμα. Χωρίς όμως να λάβουν υπ όψη τη βροχή, περίμεναν ως τις πρωινές ώρες, αλλά ο κλέφτης δεν φάνηκε. Σκέφτηκαν ότι πλέον ο κλέφτης δεν θα ερχόταν, ένιωθαν μούσκεμα και κρυολογημένοι, γι αυτό λίγο πρίν χαράξει η μέρα, είπαν να φύγουν, να πάνε στα σπίτια τους να αλλάξουν τα ρούχα τους.
Έτσι έκαμαν, ο Σπύρος Πενταράς ο ιδιοκτήτης έλειψε για λίγο όσο χρειαζόταν για να αλλάξει ρούχα, και ύστερα επέστρεψε να ανοίξει το μπακάλικο, αφού πλέον είχε ξημερώσει. Ξεκλειδώνοντας την πόρτα και μπαίνοντας μέσα, από συνήθειο το μάτι του πήγε στη φουκού του καφέ. Με μεγάλη έκπληξη του, είδε να λείπουν τα παξιμάδια, ο καφές και η ζάχαρη.
Τι είχε συμβεί;
Όταν οι δυο φίλοι αποφάσισαν να φύγουν επειδή σχεδόν ξημέρωσε και ο κλέφτης δεν θα φαινόταν, σιάζοντας στη γωνιά του δρόμου, από την απέναντι μεριά μέσα από έναν φραμό, βγήκε ο Νικόλας του Ττόουλου που ήταν κρυμμένος και παρακολουθούσε, και με ένα πλατύ περιπαιχτικό χαμόγελο, με γρήγορο βήμα κατευθύνθηκε στην εύκολη και αφύλακτη λεία του.
Ήταν ένας πονηρός παραπόττης και τετραπέρατος κλέφτης, που κανένας δεν μπορούσε να τον συλλάβει επ αυτοφώρω, σκέφτηκε μόνος του. Καταλαβαίνοντας ότι θα του έστηναν καρτέρι, τους έστηνε και αυτός κάθε φορά που ήθελε να κλέψει, έτσι μ αυτό τον τρόπο πρώτα επόπτευε, και ύστερα εφορμούσε.
Το μεσημέρι βρήκε τους δυο φίλους καθισμένους στο καφενείο να παίζουν τάβλι, με την κούραση πάνω τους ολοφάνερη από το ξενύχτι και τη στεναχώρια για την αποτυχία τους αποτυπωμένη στα πρόσωπα τους.
Σε μια στιγμή που ο Σπύρος έφερε εξάρες και θα τέλειωνε το παιχνίδι υπέρ του, η χαρά του κόπηκε ξαφνικά βλέποντας τον Νικόλα του Ττόουλου να μπαίνει μέσα στο καφενείο, να παίρνει μια καρέκλα και χαιρετώντας σαν να μην συνέβηκε τίποτα, να κάθεται κοντά τους για να παρακολουθήσει το παιχνίδι τους.
Στους δυο φίλους φάνηκε ότι στο ύφος του διακρινόταν ένας θρίαμβο και ένα περιπαίξιμο, αλλά τι μπορούσαν να του πουν χωρίς αποδείξεις;
-Καλώς τον κύριο Νικόλα, να σε κεράσουμε μια κόκα κόλα;
του ειπαν ειρωνικά,
και ο αθεόφοβος με την ευχαρίστηση πλήρως ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, τους απάντησε,
-Ευκαριστώ κύριε Σπύρο, εν θα πάρω, βλάφτει με στο ξενύχτι.

ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΦΥΤΟΥ
Δεξιά μπαίνοντας του κύριου δρόμου στην οδό Ελευθερίας και απέναντι από την τράπεζα Κύπρου, πίσω από το πρακτορείο του Λάκη Θεοχάρους και δίπλα στο μπαρ της Ελένης, βρίσκεται η πολυκατοικία του Φίλιππου του Λαούρη, και στο ισόγειο της  το καφενείο που στεγάζει το κόμμα του ΔΗΚΟ, το στέκι του Νεόφυτου.
Είναι το καλύτερο καφεστιατόριο με τα πιο ωραία ποτά, τους καλύτερους μεζέδες, αλλά και τους πιο καλούς πελάτες. Με τα τυριά, τα ψαρικά, τα χαλούμια, τα φρούτα και τα γλυκά, τα λουκάνικα και τις ζαλατίνες, τέλος πάντων, όλα τα καλά, χωρίς ήχο, μόνο η τηλεόραση να παίζει. Και οι θαμώνες να πίνουν και να τρώνε, να διασκεδάζουν και να συζητάνε.
Και στα έτσι ξαφνικά καμιά φορά, η φωνή του Λουρικού ή του Μέλιου, να ακούεται στεντόρεια σε ήχο πατριωτικό.
Είναι οι πιο καλές παρέες, που την βρίσκουν αναμεταξύ τους τρώγοντας και πίνοντας, που ξεχνούν την πολιτική, που διαφωνούν αλλά και συμφωνούν, που φωνάζουν, αλλά και σιωπούν.
Είναι το καφενείο ουζερί που σε αυτό δεν χρειάζεται να παει κάποιος με παρέα, διότι εκεί θα σμίξει με τους άλλους, ο ένας θα γίνουν δυο, θα γίνουν τέσσερις, και ύστερα δεκατέσσερις.
Είναι εδώ που σμίγουν οι επιχειρηματίες, οι εργάτες,  οι πλούσιοι, οι καλλιτέχνες, οι προέδροι και οι γραμματικοί, οι πολιτικοί και οι παραπολιτικοί, οι βουλευτές και οι βολευτές, οι μεγάλοι και οι τρανοί, οι ταπεινοί και οι φτωχοί.
Είναι ο τόπος που σε αυτόν όλοι θα γίνουν μια παρέα, θα παραμεριστούν οι εγωισμοί, και όλοι ταπεινά θα επιδοθούν στο δύσκολο έργο ενός συμποσίου, διαφορετικού έκαστη φορά.

ΤΟ ΤΑΒΕΡΝΕΙΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΚΗ
Αφετηρία  η νύχτα. Ένα μικρό καφενείο, το ταβερνείο του Κωστάκη. Είναι εκεί, στη μεγάλη πλατεία. Για όλες τις  νύχτες.
Εκείνη τη σκοτεινή νύχτα του Γεννάρη, μου καρφώθηκε από νωρίς στον νου να κάμω μια τσάρκα στα ξενυχτάδικα του χωριού.
Ξεκίνημα από του Κωστάκη.
Ένα παλιό μικρό κτίριο με παλιές θύμησες και θαμώνες όλων των ειδών. Χωριανοί, ξενοχωρίτες, πρόσφυγες και αλλοδαποί. Θαμώνες της Νύχτας, άνθρωποι περιθωριακοί, επιχειρηματίες, σοβαροί και μη σοβαροί, γραφικοί, και κάποτες κανένας καλλιτέχνης, δημοσιογράφος, η διανοούμενος. Άλλοι στον πάγκο, κι άλλοι στα τραπεζάκια. Με ζιβανία και μεζέ. Να πίνουν ήσυχα, να σιγοκουβεντιάζουν, και να ακούνε μουσική.
Δεν θέλουν τηλεόραση έστω και αν παίζει χαμηλά. Δεν θέλουν τραγολυδια ελαφρολαϊκά, ούτε Μαρινέλα, ούτε έντεχνα.   Θέλουν μόνο ρεμπέτικα ή ακόμα καλύτερα Καζαντζίδη. Θέλουν τραγούδια του πόνου και του σπαραγμού. Θέλουν μουσική που να πιάνει το ΕΙΝΑΙ τους. Θέλουν τραγούδια του ποτού…
Καθισμένος στο μικρό τραπεζάκι ήπια τα πιοτά μου και σαν καλός παρατηρητής που μου αρέσει να είμαι, παρατήρησα όλα τα συμβαινούμενα. Καλές και κακές κουβέντες, βρισιές, μικροτσακωμοί, χοντρά αστεία, και μπόλικο πουρμπουάρ στην γκαρσόνα. Βαριές ζειμπεκιές, και παράφωνες φωνές. Και σε κάποια στιγμή σχεδόν όλοι μεθυσμένοι. Ευτυχισμένοι και παραδομένοι στην λήθη του πιοτού, αλλά και νυσταγμένοι.
Η ώρα πήγε δώδεκα. Δεν είχα όρεξη γι αλλού, νύσταξα. Ήταν ώρα για ύπνο.
Ήταν άλλη μια συνηθισμένη νύχτα μέσα στο ταβερνείο του Κωστάκη…

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Στις αρχές του 20ου αιώνα στη Χλώρακα τα πνευματικά, και πολιτιστικάπράγματα ήταν σε βαθμό ανυπαρξίας. Οι μαθητές της Χλώρακας και της Έμπας φοιτούσαν στο ίδιο σχολείο, κάποτε στην Χλώρακα, κάποτε στην Έμπα.
Για τάξεις χρησιμοποιούσαν το καφενείο του Κώστα Ταπακούδη, το καφενείο του Χαρή του Γιώρκα, ακόμα και την προέκταση που υπήρχε παλιά πριν χαλαστεί στην κάτω εκκλησιά της Παναγίας Χρυσαιλεούσης. Η ίδια ακριβώς κατάσταση συνέβαινε και στην πόλη της Πάφου το Κτήμα, και σε μεγαλύτερο βαθμό στα υπόλοιπα χωριά. Αυτό το επιβεβαιώνει δημοσίευμα της εφημερίδας «Πάφος» στο πρώτο κιόλας φύλλο με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 1921: «...Η αμάθεια είναι εξαπλωμένη εις βαθμόν απίστευτον. Το 84% του πληθυσμού αγνοούσιν ανάγνωσιν και γραφήν και κατά φυσικήν συνέπεια και το έγκλημα ολοέν αυξάνει, ενώ η οικονομική καχεξία του τόπου έφτασεν εις το απροχώρητον».
Οι μοναδικές σχεδόν πηγές που έχουμε για την εποχή εκείνη στην κοινότητα της Χλώρακας είναι ελάχιστες και τις ευρίσκουμε στο βιβλίο του Χρίστου Μευρέση.
Από την απελευθέρωση και ύστερα, παρακολουθούμε να συμβαίνουν άλματα στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών. Ορισμένοι πνευματικοί άνθρωποι συνέβαλαν ώστε να αφυπνίσουν τους κατοίκους πνευματικά. Οι ιερείς και οι δάσκαλοι ίδρυσαν κατηχητικά, συλλόγους και σχολεία που θα βοηθούσαν κυρίως τους νέους ν' αποκτήσουν παιδεία και γνώσεις.
Σ' αυτή τη πνευματική ανάπτυξη συνέβαλαν κυρίως κάποιοι χαρισματικοί άνθρωποι που μέσα από δημοσιεύματα, αλλά κυρίως μέσα από την εκπαίδευση έγραψαν τη δική τους ιστορία. Με το λογοτεχνικό τους εργο, άφησαν το στίγμα της εποχής εκείνης.
Ένας τέτοιος άνθρωπος, ήταν ο Άντης Περνάρης που διετέλεσε δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο της Χλώρακας και άφησε πνευματικό έργο γράφοντας κυρίως ποίηση, οικοδομώντας έτσι μια νέα πνευματική κατάσταση στη Χλώρακα και στην πόλη της Πάφου. Λέγεται επίσης ότι έγραψε την ιστορία της Χλώρακας της εποχής εκείνης την οποία δημοσίευσε σε βιβλίο, αλλά που δυστυχώς δεν κατορθώσαμε να ανακαλύψουμε ή να επιβεβαιώσουμε.
Άλλοι άνθρωποι του πνεύματος που συνετέλεσαν στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης στη Χλώρακα, είναι ορισμένοι χωριανοί που με όρεξη και μεράκι μπήκαν μπροστάρηδες δημιουργώντας συλλόγους και σωματεία με μοναδικό σκοπό την προώθηση της πνευματικότητας και την δημιουργία κουλτούρας στη σκέψη των νέων της κοινότητας.
Στις σημερινές ημέρες έχουμε δει πολλά, έχουμε συνηθίσει πλέον να βλέπουμε να συμβαίνουν πράγματα πρωτοποριακά και να είναι η κοινότητα σχεδόν πάντα στην επικαιρότητα λόγο ανθρώπων που με την σπουδαιότητα τους δημιουργούν το ανάλογο κλίμα. Την τότε δύσκολη εποχή, αυτό ξεκίνησε να συμβαίνει, ήταν δε η πρώτη φορά που σε όλη την Πάφο, το 1938 ιδρύθηκε στη Χλώρακα «Επιμορφωτικός Σύλλογος» με σκοπό την προώθηση των γραμμάτων…
Ο Μιχάλης Μαχητής ήρθε απο το Πολέμι και παντρεύτηκε μια Χλωρακιώτισσα. Κατοίκισε στη γνωστή γειτονιά της οδού Σταύρου Μιχαήλ 6.  Άνοιξε καφενείο στον ίδιο τόπο, και εκεί μεγάλωσε τα έξη παιδιά του. Τρεις απ αυτούς, οι Σταύρος, Γιώρκος και Ευρύς, σπούδασαν δάσκαλοι. Σαν μορφωμένοι άνθρωποι σκέφτηκαν να ιδρύσουν ένα πολιτιστικό σύνδεσμο με σκοπό την επιμόρφωση των τότε Χλωρακιωτών. Μαζί με τους Πετρή Γιωρκάτζη,  Νίκολο Αδάμου, Αντώνη Μαυράντωνο,  Ευστάθιο Ερωτοκρίτου και τα αδέλφια Νικόλα και Γιώργο Λαππά, το 1938 έφτιαξαν ένα σύλλογο και τον ονόμασαν Επιμορφωτικό σύλλογο. Για στέγη χρησιμοποίησαν το καφενείο του Χαρή του Γιώρκα.
Ύστερα από τρία χρόνια λειτουργίας του, τον τότε καιρό εκείνο, στις 14 του Απρίλη 1941 συγκαλείται συνέλευση στη Σκαρίνου όπου αποφασίζεται η ίδρυση του Ανορθωτικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού (ΑΚΕΛ). Είχε προτεραιότητα την καταπολέμηση του Χιτλερικού φασισμού, κάτι που συνέπαιρνε τους Κύπριους όντας και αυτοί υπόδουλοι στον Εγγλέζικο φασισμό. Έτσι βρήκε μεγάλη απήχηση στους Κύπριους, το ίδιο συνέβηκε και με τον επιμορφωτικό σύλλογο Χλώρακας, ο οποίος και ενώθηκε με αυτή την οργάνωση και έτσι το καφενείο του Χαρή ονομάστηκε ΑΚΕΛ Χλώρακας. Η μισή κοινότητα της τότε εποχής εντάχθηκε στο ΑΚΕΛ, κάτι το πρωτοφανές, αλλά αυτό εξηγείται διότι το κόμμα αυτό αντιπροσώπευε τον απλό φτωχό εργαζόμενο κόσμο. Πρώτος γραμματέας του ΑΚΕΛ Χλώρακας ανέλαβε ο Χαράλαμπος Κυπριανού, θέση την οποίαν κατείχε πανω απο δέκα χρόνια. Τον διαδέχτηκε ο Ευστάθιος Ευσταθίου, ύστερα ο Ανδρεας Πετρου και ακολούθως ο Γεώργιος Νικολάου.
Απο το καφενείο του Χαρή το κόμμα μεταστεγάστηκε στο οίκημα του Χρίστου Κωνστάντινου, αργότερα στο καφενείο του Χαμπή Φιλιππή, και το ΄90 περίπου μετεκινήθησαν στο σημερινό οίκημα το οποίον και αγοράστηκε και είναι ιδιοκτησία του ΑΚΕΛ Χλώρακας.

ΓΙΩΡΚΟΣ ΟΨΙΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΦΙΟΣ
Φαρράς είναι τα στάχια από κριθάρι που βλαστούν από μόνα τους στις άκριες των χωραφιών και επειδή δεν είναι προς θέρισμα ένεκα της λιγοστής τους ποσότητας, οι γεωργοί σιήνιαζαν εκεί τα ζώα τους  όπου τον βοσκούσαν.
Ο Γιώρκος Όψιμος για να πάρει τα κτηνά να τα σιηνιάσει, περνούσε από το σπίτι του Πάφιου του ξακουστού καραγκιοζοπαίχτη. Μια φορά στο δρόμο του τον βρήκε να κάθεται κάτω από την κληματαριά του και να τρώει. Αφού τον χαιρέτησε και θέλοντας να συνεχίσει περισσότερο την κουβέντα, τον ρώτησε τι καλό φαγητό τρώει.
Ο Πάφιος ήταν γνωστός χωρατατζής και τα χωραττά του πολλές φορές ήταν πολύ βαριά. Του απάντησε ότι τρώει σαλάτα με ολόφρεσκο φαρρά, ένα πολύ καλό φαγητό που γιατρεύει τις ξινίλες του στομάχου Ο Γιώρκος γέλασε, ήξερε ότι τον χωράτευε αφού τον φαρρά τον τρώνε μονό τα κτηνά.
Όμως ο Πάφιος πολύ σοβαρά, του εξήγησε ότι δεν χωράτευε και ο φαρράς όταν είναι τρυφερός,  με κάμποσο λάδι και ξύδι είναι ένα θεσπέσιο φαγητό σε γεύση και καλό καταπραϋντικό για το στομάχι.
Ο Γιώρκος τον πίστεψε και θέλησε να δοκομάσει αυτό το καλό φαγητο που το έβρισκε μούχτη σε όλη τη φύση. Μάζεψε λοιπόν κάμποσο τρυφερό φαρρά,  έκαι καμε μια μεγάλη σαλάτα την οποία έκατσε να φάει.
Αλλά όπως είναι φυσικό, οι κουτσούλλες του φαρρά του κριθαριού που έχουν αθέρες σαν αγκίστρια γαντζώθηκαν στο φάρυγγα του και στάθηκαν στο λαιμό του κάνοντας τον να υποφέρει πολύ.
Όσο να δοκίμασε να απαλλαγει από τις αθαίρες, αυτές πιο πολύ κολλούσαν στον φάρυγγα του. Μη μπορώντας άλλο γιατί η ενόχληση ήταν μεγάλη, επισκέφτηκε το γιατρό. Ο γιατρός ήταν ο Χαραλάμπης Λιασίδης που και αυτός είχε νάμι για τα χωραττά του, και αφού τον εξέτασε, του είπε τη γνωστή παροιμιώδη φράση που λέγεται ακόμα,
-Ρέ γάρε… τρώνε οι άνθρωποι φαρρά; Εν οι γάροι που τρώνε φαρρά; Ο Καραγκιοζοπαίχτης περιπαίζει τον κόσμον ούλλον, ασέναν ήταν να σ αφήσει;

ΤΟ ΕΝΣΙΚΤΟ ΕΝΟΣ ΖΩΟΥ
Ο Χαμπής Καραμαλλής θα βάφτιζε την μικρη του κόρη στον Άγιο Γεώργιο Πέγειας. Για το τραπέζι και το φαγοπότι που θα ακολουθούσε, αγόρασε ένα αρνί από τον Γιώρκο του Λεωνή τον μεγαλοβοσκό της περιοχής. Του ζήτησε εκείνη την Κυριακή της βάφτισης, όταν θα έβγαζε το κοπάδι στη βοσκή, να αφήσει το αρνί στη μάντρα και θα πήγαινε αργότερα να το παραλάβει, να το πάρει μαζί του.
Νοίκιασε ένα λεωφορείο και αφού μπήκαν μέσα οι καλεσμένοι, ο οδηγός το οδήγησε στη μάντρα να φορτώσουν το αρνί.
Κατέβηκε ο Χαμπής και με βοηθό τον Γιώρκο του Μαύρου, μπήκαν στο μαντρί να πάρουν το αρνί, που όμως αυτό από ένστικτο, μόλις τους είδε φοβισμένο και αγριεμένο πήδηξε τον ψηλό μαντρότοιχο και χάθηκε τρέχοντας στο βάθος του δρόμου.
Από πίσω  τρεχτοί οι δυό φίλοι το ακολούθησαν να το πιάσουν, αλλά αυτό έφυγε μακριά και χάθηκε πίσω από τα παλιά σπίτια των χωριανών
Το αναζήτησαν πολλή ώρα, ώσπου κάποιοι χωριανοί τους είπαν ότι το είδαν κοντά στη θάλασσα σ ένα παλιό εγκαταλειμμένο Τούρκικο σπίτι, εκεί που ο βοσκός του κοπαδιού κάθε μέρα έπαιρνε το κοπάδι τα μεσημέρια να τα ποτίσει απο τον λάκκο νερού που ήταν εκεί.
Πήγαν κάτω στην παραλία και βρήκαν το αρνί μέσα στο παλιό χαλασμένο σπίτι. Πίστεψαν ότι εγκλωβίστηκε και θα το συνελάμβαναν εύκολα, όμως μόλις τους αντελήφθη το αρνί, πήδηξε από το παράθυρο και έτρεξε προς την θάλασσα. Κυνηγώντας το, το ανάγκασαν να σταθεί στον τελευταίο βράχο στην άκρια της θάλασσας. Βλέποντας ότι δεν είχε πλέον που αλλού να πάει, οι δυο φίλοι πίστεψαν ότι τα βάσανα τους τέλειωσαν, μπορούσαν πλέον να πάρουν το αρνί.
Όταν όμως κόντεψαν και άπλωσαν τα χέρια να το αρπάξουν, το αρνί με ένα σάλτο πήδηξε στη θάλασσα και άρχισε να κολυμπά προς το βάθος του πελάγους. Οι διώκτες του όμως ήταν ανελέητοι, έτσι έβγαλαν τα ρούχα τους και βούτηξαν στη θάλασσα για να το κυνηγήσουν κολυμπώντας.
Το αρνί δεν σταματούσε, όλο ξανοιγόταν στα βαθιά, ώσπου στην πολλή ώρα οι διώχτες του κατακουρασμένοι γύρισαν στη στεριά εγκαταλείποντας τη προσπάθεια τους. Βγήκαν έξω και έμειναν να κοιτάζουν το αρνί σίγουροι ότι θα πνιγόταν και αυτοί θα έπρεπε να αγόραζαν ένα άλλο.

Στάθηκαν πάνω στον βράχο παρακολουθώντας το να χάνεται στο βάθος του ορίζοντα, όταν ξαφνοκά ένα μεγάλο κύμα που σηκώθηκε χτύπησε το ζώο και το γύρισε προς την μεριά της ξηράς. Κουρασμένο καθώς ήταν, δεν κατάλαβε την αλλαγή πορείας, και συνέχισε να κολυμπά προς τα έξω. Μόλις κόντεψε στη στεριά, πήδηξαν στο νερό και το άρπαξαν. Το φορτώθηκαν και ανηφόρησαν την ακτογραμμή για να πάνε στο λεωφορείο που τους περίμενε πιο πάνω.
Ο Ιωάννης Χ΄Οικονόμου ο παλιομούχταρος που έτυχε να περνά από εκεί και παρακολούθησε το περιστατικό, αστειευόμενος τους είπε:
-Άντε καλό φάγωμα, και μην του βάλετε αλάτι, γιατί σίγουρα καλά έχει ελμυρήσει μέσα στη θάλασσα.
Στον Άη Γιώρκη της Πέγειας που το έσφαξαν και το μαγείρεψαν για να γιορτάσουν τη βάφτιση, βλέποντας το ένστικτο και την απέλπιδα προσπάθεια που είχε καταβάλει για να σώσει τη ζωή του, δεν το έφαγαν με πολλή όρεξη, γιατί είχαν επηρεαστεί  ψυχολογικά. 

ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΜΑΘΗΜΑ
Κατά το 1940 ο Σωτήρης Στυλιανού όταν ήταν σε νεαρή ηλικία, μαζί με τις άλλες του ασχολίες, ενασχολείτο και με το ψάρεμα, ένα χόμπυ που τον ξεκούραζε και τον ευχαριστούσε. Είχε μια μικρή βάρκα που την έδενε στο Δήμμα ένα μικρό απάνεμο λιμανάκι νοτιοδυτικά της Χλώρακας, και από εκεί ορμούσε να ψαρέψει όταν ο καιρός το επέτρεπε.
Μια φορά, κάποιοι νεαροί οι Κώστας Λιασίδης, ο Κωστής Τσιάκκος, ο Ττοουλής Πενταράς και ο Χαμπής Καραμανλής, μια νύχτα που σεργιανούσαν στην ακρογιαλιά, όταν έφτασαν στα ίσα του Δημμάτου, βλέποντας ένα πλοίο στον ορίζοντα της θάλασσας να ταξιδεύει από νοτιά προς δύση, για χάζι σκέφτηκαν να πάρουν τη βάρκα του Σωτήρη, να μπουν μέσα και να τραβήξουν κουπί να πάνε στα βαθιά και να συναντήσουν το ταξιδιάρικο πλοίο.
Χωρίς να χασομερήσουν έλυσαν τη βάρκα, και λάμνοντας κουπί ξανοίχτηκαν στα βαθιά. Πάνω στη νιότη τους και την παλληκαριά τους, τραβούσαν τα κουπιά με περίσσια δύναμη, νομίζοντας ίσως ότι έτσι φοβέριζαν τον φόβο τους που ερχόταν μέσα από τη σκοτεινή νύχτα και τα κύματα της μαύρης θάλασσας. Με τόση δύναμη όμως που έβαζαν η αντίσταση της θάλασσας δυναμωσε, ώσπου ακούστηκε ένα κράκ, και το ένα κουπί έσπασε.
Τι να κάμουν, είχαν ξανοιχτεί στα βαθιά και ο φόβος όρμησε στις καρδιές τους κάνοντας τους να έχουν μαύρες κακές σκέψεις. Υπερνικώντας λίγο το φόβο τους άρχισαν να κάνουν σκέψεις με ποιο τρόπο θα έβγαιναν στη στεριά σώοι χωρίς να κινδυνεύσουν. Ήταν καλοί κολυμβητές και ήταν η πρώτη τους σκέψη να κολυμπήσουν και να τραβήξουν τη βάρκα μαζί τους, αλλά ο Κώστας Λιασίδης που φοβόταν τους καρχαρίες και δεν ήθελε να βουτήξει, σκέφτηκε μια ιδέα, να κάτσουν στη μεριά της βάρκας, και να λάμνουν με τα χέρια αντί με το σπασμένο κουπί.
Έτσι έκαμαν, και με πολλή δυσκολία προσπαθώντας από τις 11.00 το βράδυ ως τα ξημερώματα, κατάφεραν κατακουρασμενοι να μπούν στο μικρό λιμανάκι. Έδεσαν τη βάρκα και ύστερα πήραν το ανηφόρι να πάνε στο χωριό, στα σπίτια τους.
Όταν ξημέρωσε για καλά η μέρα και ο Σωτήρης είδε τη ζημιά στη βάρκα του με το σπασμένο κουπί, ερευνώντας και ρωτώντας, ανακάλυψε τι συνέβηκε και ποιοί ήταν οι δράστες.
Μπορεί να μην ήταν μεγάλη η ζημιά, αλλά θέλοντας να τους δώσει ένα διδακτικό μάθημα για να μάθουν να εκτιμούν τη ξένη περιουσία και να μην την πειράζουν, ένα πρωινό περίμενε στο Δήμμα ώσπου φάνηκε ο Κωστής ο Τσιάκκος να έρχεται για να ζέψει  τον γάιδαρο να γυρίσει το αλακάτι και να ποτίσει το χωράφι του.
Έλυσε λοιπόν το ξένο γαϊδούρι ο Σωτήρης, και καβαλλικεόντας το ξεκίνησε να φεύγει. Ο Κωστής που τον είδε να καβαλικεύει το γάιδαρο του, άρχισε να τρέχει και να φωνάζει,
-Μα τι κάνεις, γιατί παίρνεις το ξένο γαϊδούρι;
Ο Σωτήρης σταματώντας, γύρισε πίσω το κεφάλι και με απαθές πρόσωπο, του απάντησε,
-Αγαπητό μου παιδί, πήρα τον γάιδαρο γιατί, βγήκε ένας καινούργιος νόμος από την κυβέρνηση, που λέει ότι ο ένας μπορεί να παίρνει την περιουσία του άλλου χωρίς να ρωτά. Αυτό δεν κάνατε και σείς με την βάρκα μου;
Και συνέχισε το δρόμο μακριά, χωρίς να επιστρέφει το ξένο γάιδαρο.
Ο Κωστής καταλαβαίνοντας το δίκαιο του Σωτήρη, αναχώρησε πίσω στο χωριό όπου βρηκε τους υπόλοιπους της παρέας και τους ενημέρωσε. Όλοι μαζί λοιπόν αφού το συζήτησαν πρώτα, αγόρασαν ένα καινούργιο κουπί, που το έδωσαν στο Σωτήρη και του ζήτησαν να τους συγχωρήσει για το σφάλμα τους και τη ζημιά που προκάλεσαν.

Ο Χ΄ ΦΙΛΙΠΠΟΣ
Ο Χ΄΄ Φίλιππος ήταν ο τοκογλύφος της Χλώρακας και γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν ήταν πλούσιος από γεννησιμιού του, αλλά ένας φτωχός βιοπαλαιστής που για να ζήσει μετα της οικογενείας του έκαμνε το γεωργό, ένα δύσκολο επάγγελμα σε κόπο και πενιχρά έσοδα. Οι άνθρωποι εκείνους τους καιρούς κυρίως καλλιεργούσαν καννάβια, σιτηρά και κρεμμύδια, αυτός συνήθιζε να φυτεύει μόνο κρεμμύδια.
Κάποια χρονιά στις αρχές του 20ου αιώνα που η παραγωγή των κρεμμυδιών ήταν μεγάλη και έμειναν απούλητα, την επόμενη εποχή οι περισσότεροι γεωργοί δεν τα φύτεψαν, με αποτέλεσμα η ζήτηση του προϊόντος να είναι πολύ μεγαλύτερη από την προσφορά. Όμως ο Χ΄Φίλιππος επειδή κυρίως μόνο κρεμμύδια συνήθιζε να καλλιεργεί, αλλά και γιατι μέσα του κάτι ίσως τον παρακινούσε, φύτεψε όλη τη γη του έναν απέραντο κάμπο, με αυτό το προϊόν.
Εκείνη τη χρονιά που κανείς άλλος δεν καλλιέργησε κρεμμύδια, έμεινε αυτός σχεδόν μονοπώλιο σε όλη την επαρχία, κατέχοντας τεράστιες ποσότητες τα οποία και επούλησε σε τιμές ψηλές που ο ίδιος καθόρισε. Μάζεψε πολλά χρήματα τα οποία επένδυσε κατ αρχας ανοίγοντας ένα παντοπωλείο γεμίζοντας το εμπορεύματα και τα οποια διέθετε στους φτωχους χωρικούς βερεσιέ, αλλά με ψηλό τόκο.
Σιγά με αυτό τον τρόπο το κεφάλαιο του μεγάλωσε, μπόρεσε και έδωσε απεριόριστο βερεσιέ σε όλους, αργότερα επεκτάθηκε  στο δανεισμό χρημάτων, στο τέλος κατάληξε από μπακάλης, ένας τοκογλύφος τραπεζίτης .
Τα χρόνια τα δύσκολα ήταν πολλά, η μια δεκαετία χειρότερη ακολουθούσε την άλλη και αυτός θησαύριζε κάθε χρόνο περισσότερο. Έγινε πολύ πλούσιος, απέκτησε τεράστια περιουσία από τις κατασχέσεις και έγινε ξακουστός σε όλη την Πάφο. Έκαμε πελάτες από άλλες κοινότητες, ακόμα Τούρκοι και Εγγλέζοι έρχονταν  σ αυτόν για δανικά.
Πολλοί χωριανοί τον κατηγόρησαν ότι τους εκμεταλλεύτηκε και τους πήρε τις περιουσίες, οι απόγονοι του όμως που σήμερα είναι οι μισοί χωριανοί, διηγούνται ότι ήταν ένας συνήθης άνθρωπος που είχε καλοσύνη, και δεν έπραττε όπως οι σημερινές τράπεζες, αλλά αυτός χαρίστηκε σε πολλούς, και σε πολλούς έδωσε βοήθεια. Υπήρξε ακόμα μεγάλος δωρητής και ευεργέτης για την ανοικοδόμηση μετά το χάλασμα της από τον μεγάλο σεισμό το 1953, της μεγάλης καθεδρικής εκκλησίας Παναγίας Χρυσοαιματούσης.
Τη χρονιά του 1958 λίγο πριν το τέλος του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, μια μέρα όπως έκανε κάθε μέρα, καβαλίκεψε τον γάιδαρο του και κίνησε στην πόλη του Κτημάτου ένα ταχτικό δρομολόγιο που συνήθιζε. Συνήθιζε κάθε πρωί να πηγαίνει στην οδό Φελάχογλου την Τούρκικη συνοικία της πόλης όπου καθόταν σ ένα καφενείο και πίνοντας τον καφέ του και περνώντας την ώρα του, διεκπεραίωνε ταυτόχρονα τις χρηματικές συναλλαγές του με τους Τούρκους.
Την εποχή εκείνη ένεκα του αγώνα των Ελλήνων Χριστιανών εναντίον των Βρετανών αποικιοκρατών, μεταξύ Ρωμιών και Τούρκων υπήρχε διαμάχη, καθώς οι Τούρκοι θεωρούνταν σύμμαχοι του εχθρού. Όμως μερικοί και από τις δυο πλευρές χωρίς να λαμβάνουν αυτή τη διαμάχη υπόψιν, συναλλάττονταν αναμεταξύ τους.
Μέσα στο καφενείο εκείνο που σήμερα ονομάζεται «Κληματαριά»  και είναι σουβλιτζίδικο, σύχναζαν και ορισμένοι Ρωμιοί, το ίδιο σύχναζε και ο Χ΄ Φίλιππος.
Εκείνο το μοιραίο πρωινό καβαλικεμένος πάνω στον γάιδαρο του ενώ πήγαινε την ίδια στράτα, ένα Τουρκί του έστησε καρτέρι πίσω από το Τούρκικο νεκροταφείο. Παραφύλαξε πίσω από τον ψηλό τοίχο και σαν σίμωσε, πετάχτηκε και αρπάζοντας το ζώο από τα γκέμια, ανέσυρε πιστόλι, το ακούμπησε στο πρόσωπο του Χ΄ Φίλιππου και του έριξε μια πιστολιά, και ύστερα έτρεξε και χάθηκε στο αντιφέγγισμα του πρωινού που ξημέρωνε εκείνη την κακιά μέρα.
Ο Χ΄Φίλιππος βαριά λαβωμένος αλλά σκληροτράχηλος καθώς ήταν, κρατήθηκε από το στρατούρι και συνεχισε να πορεύεται στον άδειο δρόμο προς την οδό Φελλάχογλου όπου έλπιζε να βρει βοήθεια.
Με πολλή δυσκολία τα κατάφερε, και φτάνοντας στο καφενείο έγειρε  και έπεσε. Οι Τούρκοι φίλοι του τον μετέφεραν αμέσως στο μικρό νοσοκομείο της πόλης, όμως οι γιατροί δεν μπόρεσαν να τον συνεφέρουν. Έχασε όλο του το αίμα κατά τη μεγάλη χρονική διάρκεια της μεταφοράς του, καθώς η αιμορραγία ήταν μεγάλη αφού είχε πυροβοληθεί στο στόμα και η σφαίρα τρύπησε το κεφάλι του από τη μια μεριά στην άλλη.
Μετά τον θάνατο του οι συγγενείς του μαρτυρούν ότι στο δεφτέρι που κατέγραφε τα δανικά, υπήρχε υπόλοιπο να παίρνει από τους Τούρκους δεκατρεισήμισι χιλιάδες λίρες, ένα τεράστιο ποσό για την εποχή εκείνη. Επομένως ήταν φανερά τα κίνητρα της δολοφονίας του.
Σκοτώθηκε από Τούρκους που εκείνους τους καιρούς λογαριάζονταν εχθροί της πατρίδας, γι αυτό θεωρήθηκε ήρωας και κηδεύτηκε με τιμές πεσοντος αγωνιστή υπέρ πίστεως πατρίδας και ελευθερίας.

Υ.Γ. Στην περιοχή της Βρύσης υπήρχε μια μεγάλη πέτρα που πάνω της ήταν μια σκαλιστή θύρα, δηλαδή μια θολωτή εισδοχή μέσα στην πέτρα, σαν σκαλιστό παράθυρο εκκλησίας. Ήταν μια μεγάλη πέτρα μέρος τοίχου μιας κάμαρης που βρισκόταν στο ύψωμα δεξιά της Βρύσης και ήταν το εργαστήρι κάποιου παλιού χρυσοχού. Η θύρα πάνω στην πέτρα αποτελούσε  σκαλιστή πόρτα  σφηνωμένη μέσα σε εισδοχή, καλύπτοντας κρύπτη που ήταν σκαμμένη μέσα στην πέτρα χωρίς να ξεχωρίζει.
Στο μεγάλο σεισμό που έγινε το 1443, η πέτρα κύλησε δίπλα στην Βρύση. Οι κάτοικοι τους επόμενους αιώνες δοξολόγησαν σ αυτή την πέτρα τον Άγιο Υπάτη, γιατι όσα μωρά δεν μπορούσαν να περπατήσουν, τα έπαιρναν και τα γύριζαν λιτή γύρω της, και ο Άγιος τα βοηθούσε να περπατήσουν.
Λέγεται ότι πίσω από την θύρα μέσα στην κρύπτη φύλαγε τα χρυσαφικά του ο παλιός χρυσοχός. Λέγεται ότι ο Χ΄Φίλιππος ανακάλυψε την κρύπτη και βρήκε μέσα πλάκες χρυσού. Ορισμένοι παλιοί κάτοικοι ισχυρίζονται ότι με αυτό τον τρόπο απέχτησε τα πρώτα του λεφτά, και όχι πουλώντας κρεμμύδια.

Ο ΑΛΑΚΑΤΗΣ 
Στα τέλη του 18ου  αιώνα και στις αρχές του 19ου, η ζωή στην Κύπρο ηταν πολύ δύσκολη, το βιοτικό επίπεδο εξαιρετικά χαμηλό, η φτώχεια κυριαρχούσε, και η πλειονότητα του πληθυσμού βρισκόταν στο έλεος των τοκογλύφων, με αποτέλεσμα  πολλοί να χάνουν τις περιούσιες τους μη μπορώντας να εξοφλήσουν τα χρέη που δημιουργούσαν.
Εργασίες υπήρχαν μόνο στα μεταλλεία στα οποία δούλευαν πέραν των δεκαπέντε ωρών από το γέννημα ως το βούτημα του ήλιου και με ελάχιστη αμοιβή. Ήσαν ξεκληρισμένοι χωρικοί που καταντούσαν εργάτες και κατέληγαν σε αυτές τις δύσκολες εργασίες διαβιώντας σε  τρώγλες και παράγκες μέσα σε σκληρές συνθήκες. Κάποιοι που ήταν πιο τυχεροί διορίζονταν από την Αγγλική κυβέρνηση σε κυβερνητικά επαγγέλματα όπως αλικάτωρες, τουρκόπουλοι, μαμούρηδες και κουνουπιέρηδες. Ήταν μια δύσκολη εποχή κατά την οποία  κάθε κάτοικος προσπαθούσε με εξυπνάδα ή πονηράδα, να εφευρίσκει τρόπους για καλύτερη  επιβίωση, καταφεύγοντας πολλές φορές σε άνομες πράξεις.
Σ αυτή τη χρονική περίοδο περιστρέφεται η μικρή ιστορία που θα διηγηθώ, και αναφέρεται στο σιεϊττανίκι ενός χωριανού. Είναι η περιγραφή ενός περιστατικού που συνέβηκε το 1940 κατά το οποίο  κατάφερε ένας καημένος φτωχός χωρικός να ξεγελάσει τον πονηρό και σκληρό τοκογλύφο της Χλώρακας.    
Παντρεμένος με παιδιά ο Αλακάτης, ήταν διορισμένος ως κουνουπιέρης από την Αγγλική Αποικιοκρατική κυβέρνηση. Ήταν επιφορτισμένος περπατητός ολημερίς να γυρίζει σε όλη την εξοχή της επαρχίας και έχοντας στον ώμο φορτωμένο το σακίδιο γεμάτο φάρμακα και δηλητήρια και στο χέρι μια μπόμπα ψεκάσματος,  να ψεκάζει τα στάσιμα νερά και τους λάκκους που είχαν νερό, για να ψοφούν τα κουνούπια και οι βδέλλες καθώς χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι το νερό για πότισμα  των αγρών, των κτηνών, αλλά και των ιδίων.
Ήταν μια εύκολη αλλά επικίνδυνη εργασία που χρειαζόταν προσοχή για να μην δηλητηριαστεί ο ίδιος. Το μηνιάτικο ήταν πολύ μικρό, αρκούσε δεν αρκούσε για επιβίωση, αλλά όμως εθεωρείτο από τους τυχερούς αφού είχε σίγουρη και μόνιμη κυβερνητική δουλειά.
Βρέξη είναι το όνομα της παραθαλάσσιας περιοχής στο νότιο μέρος του χωριού. Είναι ένας ποταμός που κατεβαίνει από τα ψηλά βουνά και τρέχει νερό που τα καλοκαίρια επειδή είναι λιγοστό, μένει στάσιμο. Εκεί όποτε πήγαινε να ψεκάσει για να ψοφήσουν τα κουνούπια, του άρεσε να κάθεται πάνω σε ένα λοφίσκο  από τον οποίο απρόσκοπτα αγνάντευε όλο τον μακρινό ορίζοντα της θάλασσας. Ήταν ένα τεμάχιο γης, ένα ενάερο μέρος και εκεί καθόταν ρεμβάζοντας και αναπολώντας. Έβλεπε στον βαθύ ορίζοντα τα πλοία που περνούσαν και ονειρευόταν ταξίδια μακρινά με καράβια στέρεα που πήγαιναν σε λιμάνια, σε άλλους κόσμους μακρινούς και άγνωστους.
Εκεί πάνω στο μικρό λοφίσκο έστησε μια μικρή καλύφη από κανιά και λαττάδες της θάλασσας. Στον ίσκιο της καθόταν και αγνάντευε τον ορίζοντα που στην άλλη του μεριά πίστευε ότι ήταν τα πέρατα του κόσμου, και με τες ώρες σκεφτόταν πώς να αποκτήσει αυτό το κομμάτι της γης πού πολύ το αγάπησε. Ήθελε να το αγοράσει, μα δεν είχε χρήματα. Οι καιροί ήσαν δύσκολοι, το μεροκάματο μικρό, οι τράπεζες έδιναν μόνο στους πλούσιους. Σκέφτηκε πολύ, και καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορούσε να το αποχτήσει νόμιμα, αποφάσισε να ενεργήσει άλλως πως, με τρόπο όμως που να μην αδικηθεί κάποιος φτωχός. Στην πολλή σκέψη αποφάσισε ότι τη ζημιά θα την φόρτωνε στον τοκογλύφο που τα χρήματα του δεν ήταν πολύ τίμια αποκτημένα, τοιουτοτρόπως θα επέβαλλε μερική δικαιοσύνη.
Με πολλή πονηριά κατέστρωσε ένα σχέδιο απλό αλλά έξυπνο, και το έβαλε σε εφαρμογή.

Ήταν ένα μεγάλο σπίτι διώροφο με όμορφες καμάρες να το διακοσμούν και βρισκόταν παραδίπλα στην κεντρική πλατεία της μεγάλης εκκλησίας. Στο ισόγειο διέθετε μια μεγάλη μακριά κάμαρη που την χρησιμοποιούσε σαν μπατάλικο μαζί και καφενείο, και εδώ, πίσω από τον μεγάλο πάγκο ο τοκογλύφος ιδιοκτήτης διεκπεραίωνε τις συναλλαγές του, πωλούσε βερεσιέ και έδινε δανικά στους φτωχούς χωρικούς δεχόμενος για αντάλλαγμα τις υποθήκες των περιουσιών τους. 
Εκείνο το πρωινό που ο Αλακάτης μπήκε μέσα στο μπακάλικο ήταν ξημέρωμα κάποιας Κυριακής, και αφού ακούμπησε τα χέρια στον πάγκο, παρήγγειλε έναν καφέ και με ύφος σοβαρό αποτεινόμενος στον τοκογλύφο μπακάλη του εξήγησε για ένα σχέδιο που σκέφτηκε.
Είχε του είπε έναν Εγγλέζο φίλο σπάταλο που σκορπούσε τα λεφτά του ασυλλόγιστα, και κατά καιρούς χρειαζόταν κάποια δανικά χρήματα έως ότου ξαναπληρωθεί ώστε να τα εξοφλεί. Ήταν στη Κυπρο και υπηρετούσε στον Εγγλέζικο στρατό και επειδή δεν είχε δική του περιουσία για να βάζει υποθήκη όταν χρειαζόταν δανικά, ήταν πρόθυμος αντί υποθήκης να πληρώνει ψηλότερο επιτόκιο. Του εξήγησε ότι δεν χρειαζόταν πολλά κάθε φορά, και για κάθε πέντε λίρες, κάθε αρχή του μήνα που θα πληρωνόταν, θα επέστρεφε έξι με χρονικό διάστημα εξόφλησης μιας εβδομάδας.
Σκέφτηκε ο τοκογλύφος ότι ήταν μια συναλλαγή επικίνδυνη να κάποια χρήματα αφού δεν θα υπήρχαν υποθήκες, αλλά αξιζε το ρίσκο, θα ήταν μια καλή και συμφέρουσα συμφωνία, εφόσον μέσα σε μια εβδομάδα μόνο θα έβγαζε καθαρό κέρδος μια ολόκληρη λίρα. Ετσι χωρίς πολλή σκέψη, δέχτηκε. Έδωσε τις πρώτες πέντε λίρες, και στην εβδομάδα πήρε έξι. Την επόμενη φορά ο Αλακάτης του εξήγησε ότι ο πελάτης ήθελε δέκα λίρες, θα επέστρεφε δώδεκα. Την τρίτη φορά το ποσό ανήλθε στις είκοσι, και το κέρδος στις τέσσερις λίρες. Ευχαριστημένος ο τοκογλύφος έτριβε τα χέρια, του άρεσε να έχει τέτοιους καλούς πελάτες.
Η επόμενη φορά όμως το ζητούμενο ποσό ανήλθε στις πενήντα λίρες. Ήταν μεγάλος ο αριθμός, και τεράστιο το ρίσκο. Το σκέφτηκε πολλη ωρα, στο τέλος νίκησε η απληστία. Έδωσε τα χρήματα και περίμενε με αγωνία την ημέρα της αποπληρωμής.
Ήρθε η μέρα, αλλά ήταν μια λυπητερή μέρα, αφού ο κουνουπιέρης δεν φάνηκε. Χάθηκε, εξαφανίστηκε, κάπου σίγουρα κρύφτηκε. Τον έψαξε μέρες πολλές χωρίς αποτέλεσμα, είχε χαθεί. Ξεγελάστηκε, το κατάλαβε.

Σε λίγο καιρό ο Αλακάτης αγόρασε το μικρό χωράφι στην  περιοχή της Βρέξης που είχε βάλει στο μάτι στην τιμή των πενήντα λιρών.

ΤΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ
Λίγοι μπόρεσαν να ξεγελάσουν τον έξυπνο τοκογλύφο της Χλώρακας στο αλίσι βερίσι τους, αλλά όσο τετραπέρατος και να είναι κάποιος, πάντα υπάρχει και ο καλύτερος.
Ένα νεαρό Τουρκάκι που θεωρούσε έξυπνο τον εαυτό του, αποφάσισε να τον ξεγελάσει και να αποδείξει στους αλλους ότι οι ιστορίες που λέγονταν για το σιεϊττανίκκιν του, δεν ήταν πάντα σωστές.
Στο Τούρκικο καφενείο στην οδό Φελλάχογλου όπου σύχναζε ο τοκογλύφος, το νεαρό Τουρκάκι κάποια μέρα τον πλησίασε και του ζήτησε μια λίρα δανεική ως την άλλη μέρα. Εφόσον η συναλλαγή ήταν μικρή, ο Τοκογλύφος έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητο να γίνουν νομικά χαρτιά ώστε να είναι κατωχειρομενος.
Του έδωσε τη λίρα, και την άλλη μέρα το Τουρκάκι την επέστρεψε  πληρώνοντας τον επιπλέον τόκο πέντε σελίνια.
-Μα είναι πολλά,
λέει ο τοκογλύφος, αλλά το Τουρκάκι του απαντά.
-Πάρτα με βοήθησες, είναι εντάξει.
Αυτό επαναλήφθηκε ακόμα μια φορά, και ο τοκογλύφος ήταν χαρούμενος για την τόσο εύκολη κερδοφόρα συναλλαγή. Όμως θέλοντας να τηρήσει τα προσχήματα και να μην φαίνεται ότι τον εκμεταλλεύεται, την δεύτερη φορά επέμενε πιο πολύ από την πρώτη ότι ο τόκος ήταν ψηλός.
Τότε το Τουρκάκι έχοντας τον φέρει εκεί που ήθελε, του απαντά,
-Άκου να δεις, εγώ είμαι περήφανος άνθρωπος, στα δίνω γιατί έτσι θέλω και νιώθω, πάρτα, και σιώπα. Να ξέρεις, όμως, όταν σου χρωστώ ποτέ σου μην μου τα ζητάς, εγώ θα σε βρίσκω και θα σε πλερώνω. Έτσι και τα ζητήσεις, θα τα χάσεις, συμφωνείς;
Ο τοκογλύφος συμφώνησε, αφού είχε πιστέψει ότι δεν είχε φόβο από το Τουρκάκι.
Σε δυό τρείς ημέρες το Τουρκάκι ζητά άλλη μια λίρα δανεική…
Περνά μια μέρα, περνούν δύο, τρείς και τέσσερις. Κάθε μέρα στο ίδιο καφενείο, κάθε μέρα συναντιούνται, καμιά κουβέντα για τα δανικά.
Η ανησυχία κυρίευσε τον Τοκογλύφο, κατάλαβε το παιχνίδι που του έστησε ο νεαρός. Αφού έκαμε ακόμα λίγη υπομονή, σίγουρος ότι θα έχανε τη μια λίρα που του έδωκε δανική, την έβδομη μέρα δειλά και ευγενικά, ζήτησε πίσω τα χρήματα του…
-Ααα, έχασες, δεν τα παίρνεις, η συμφωνία τηρηθεί. Είχαμε συμφωνήσει πως θα στα έδινα εγώ μόνος μου, αν τα ζητούσες, θα τα έχανες.
Έτσι έχασε από αυτή τη συναλλαγή το ποσό των δέκα σελινιών, τόση ήταν η διαφορά της προσθαφαίρεσης από το δούναι και λαβείν της δανειστικής αυτής πράξης που έγινε χωρίς να τηρηθούν χαρτιά και υπογραφές.

ΣΤΟ ΛΑΟΥΜΙ
Στη ποταμιά που κατεβαίνει από το Α΄δημοτικό σχολείο της Χλώρακας και καταλήγει στη θάλασσα των Ροαφινιών, η περιοχή που ευρίσκεται η βρύση «Καμαρούϊν», ήταν καταπράσινη φυτεμένη από θεόρατα δένδρα δρύες και τρεμιθιές. Έτρεχε ένα ποταμάκι με άφθονο νερό που σταματημό δεν είχε, και η γη ήταν πολύ εύφορη που οι ιδιοκτήτες της καλλιεργώντας την, ολόχρονα έπαιρναν πλούσιες σοδιές.
Το 1938 φάνηκε στον Νικόλα Νικολούι τον ιδιοκτήτη της γής έναν πλούσιο προεστό, εκείνη τη χρονιά φύτεψε λουβιές που μεγάλωσαν και φορτώθηκαν καρπούς.
Μια μέρα ο αναγιωτός του ο Πολεμίτης είδε από μακριά ένα κοπάδι πρόβατα να βόσκουν μέσα στο περβόλι και να τρώνε τα λουβιά. Φωνάζοντας έτρεξε και κουνώντας τα χέρια του φοβερίζοντας τα, προσπάθησε να τα διώξει. Πήγαινε μια πάνω μια κάτω λαχανιασμένος, οπότε ξαφνικά άκουσε μια φωνή να φωνάζει βοήθεια, αλλά κάτι παράξενο συνέβαινε, η φωνή ερχόταν από τα έγκατα της γης. Στάθηκε σαστισμένος χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι εσυνέβαινε. Κοίταξε φοβισμένα από δω και από κει, δεν είδε τίποτα, οπότε ακολουθώντας τον ήχο της κραυγής, σε κάποιο σημείο είδε μια τρύπα μέσα στη γη  και από κει μέσα έβγαινε η αγωνιώδης φωνή.
Ήταν ένας πλατύς μεγάλος λάκκος μέσα στη γη που άνοιξε, και λίγο βαθύτερα ήταν μια στενή τρύπα που σκύβοντας είδε μέσα σφηνωμένο τον Φυτό του Λεωνή, τον βοσκό του κοπαδιού που έτρωγε τες λουβιές.
Ήταν μέσα στην τρύπα πεσμένος με το κορμί του να χάνεται μέσα στη γη, και έξω από αυτήν ήταν μόνο οι ώμοι και το κεφάλι του.
Είχε σκάσει το υπόγειο λαγούμι που τροφοδοτούσε την βρύση με νερό και ρούφηξε τον Καημένο βοσκό εγκλωβίζοντας τον μέσα στη γη χωρίς να μπορεί να βγει. Στην τύχη του σφηνώθηκε με το κεφάλι έξω, χωρίς να πέσει και να χαθεί στα βαθιά σκοτάδια του λαγουμιού. Σίγουρα είχε Άγιο μαζί του, γιατι το λαγούμι ήταν βαθύ, και αν έπεφτε ολόκληρος μέσα, θα παρασυρόταν και θα πνιγόταν από το νερό. Ευτυχώς που έτρεξε ο Πολεμίτης του Νικολουθκιού να γλυτώσει τις λουβιές από τα πρόβατα, έτσι μαζί τους γλύτωσε και τον Φυτό του Λεωνή από βέβαιο πνιγμό.


Δημοσίευμα της αφημερίδας Ανεξάρτητος του 1938 σε σχέση με το γεγονός:
Παρ ολίγον να ελάμβανε χώραν το απόγευμα της προχθές Δευτέρας τραγικό δυστύχημα εις Χλώρακα με θύμα νεαρόν ποιμένα, υπο τάς ακολούθως περιστάσεις: Κατά το απόγευμα της προαναφερθήσας ημέρας, ενώ ο εκ του χωρίου μας δεκαεξαετής ποιμήν Νεόφυτος Λεωνίδα έβοσκε τα πρόβατα του εις την τοποθεσίαν Καμαρούδι, το έδαφος υπεχώρησεν αιφνηδίως και ο ατυχής ποιμήν ευρέθη εις υπόγειον γαλαρίαν πλήρη ύδατος και βάθους πέντε ποδών. Ο ατυχής Νεόφυτος ήρχισε αμέσως να κραυγάζη εις βοήθειαν, πλήν, όμως, λόγω του ερημικού του τόπου, ουδείς τον ήκουε, εκινδύνευε δε, τον έσχατον κίνδυνον. Ευτυχώς δι αυτόν τα πρόβατα του παραμείναντα ακυβέρνητα εισήλθον εις μέρος απηγορευμένον δια βοσκήν, επισύραντα ούτω την προσοχήν του επίσης εκ Χλώρακας Γεωργίου Νικόλα, ο οποίος εν τη προσπαθεία του όπως εκβάλει εκ της απηγορευμένης περιοχής τα προβατα, αντελήφθη τον Νεόφυτον εντός της γαλαρίας. Αμέσως ούτος εκάλεσε και άλλους συγχωρίους του, τη βοηθεία των οποίων ο ποιμήν ανεσύρθη.

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΟΥ ΤΤΟΟΥΛΟΥ
Το κτίσιμο ενός χωριάτικου φούρνου απαιτεί ειδικές γνώσεις και δεν μπορεί να τον κτίσει ο οποιοσδήποτε κτίστης. Θέλει μαεστρία, γνώσεις και περισσή τέχνη γιατί δεν είναι εύκολο στατιστικά να σταθεί ο θόλος που είναι παρόμοιος με τον τρούλο της εκκλησίας. Πρέπει όλες οι κυκλικές σειρές πέτρες που χτίζονται να έχουν όλες την ίδια ακριβώς απόσταση από το κέντρο του φούρνου, και στο κέντρο του θόλου, η τελευταία πέτρα να μπαίνει σφήνα με τρόπο που να πιέζει τις υπόλοιπες ώστε να μην χαλούν, όπως ακριβώς γίνεται με το κτίσιμο μιας καμάρας.
Ο φούρνος κτιζόταν κάποτε με το στόμιο του μέσα στην κουζίνα, αλλά συνήθως στην αυλή του σπιτιού με προσανατολισμό ανάλογο για να μην επηρεάζεται από τον αέρα, τη ζέστη ή τη βροχή.
Φούρνους έχτιζαν οι πλούσιοι. Οι υπόλοιποι έψηναν με τη σειρά σε φούρνους της γειτονιάς που οι ιδιοκτήτες τους το επέτρεπαν κάποτε δωρεάν λόγω καλής γειτονίας, κάποτε επί πληρωμή.
Στη Χλώρακα τα τελευταία κάμποσα χρόνια, λέγεται με περιπεχτικό και χιουμοριστικό τρόπο μια ιστορία για έναν κτίστη τον Ττόουλο, που δοκιμάζοντας να κτίσει τον πρώτο φούρνο, δεν μπορούσε να σταθεί και χαλούσε.
Ο πρώτος του πελάτης ήταν ο συνονόματος του Ττοουλής του Φαρφαρά που αγορασε ένα σπιτι από τον  Παπαδημήτρη ο οποίος καταγόταν από την Έμπα και είχε κτισμένο το σπίτι του ανάμεσα της Χλώρακας, της Λέμπας και της Έμπας. Όταν ο Δεσπότης τον διόρισε στην Κάτω Πάφο πούλησε το σπίτι αυτό και αγόρασε το σπιτάκι που είναι δίπλα στον φάρο της Κάτω Πάφου και μετοίκησε εκεί.
Ο νέος ιδιοκτήτης ο Ττοουλής ρώτησε ενα κτίστη από τη Χλώρακα τον Ττόουλο, αν μπορούσε να του κτίσει ένα φούρνο και αυτός του είπε ότι μπορεί αφού ήταν  ο καλύτερος μάστορας όλης της γύρω περιφέρειας. Συμφώνησαν το ποσό που θα κόστιζε και αρχίνησαν το κτίσιμο. Ο Ττόουλος ο κτίστης έκτιζε, ενώ ο Ττοουλής ο Φαρφαράς κουβαλούσε τον ζυμωμένο πηλό από χώμα και άχυρα που είχαν ετοιμάσει από πρίν.
Όταν τέλειωσαν στάθηκαν να τον καμαρώσουν, αλλά ξάφνου ο θόλος αρχίνησε να παίρνει καθίζηση, και στο τέλος μπάμ, ο φούρνος χάλασε.
Ίσως ο μάστρε Ττόουλος δεν τον κεντράρισε καλά, ή δεν έβαλε την κατάλληλη σφήνα για τελευταία πέτρα.
Προσβεβλημένος αρχινησε τις δικαολογιες και έρριξε το φταίξιμο στον Ττοουλή τον ιδιοκτήτη που δεν έβαλε αρκετό άχυρο στη λάσπη, και δεν μπόρεσε να κρατήσει τις πέτρες. Έτσι του είπε να τον αφήσει μόνο του να ζυμώνει και να κτίζει, για να είναι σίγουρος ότι θα γίνει καλή δουλειά.
Ο Ττοουλής που δεν είχε λόγο να μην τον πιστέψει, τον άφησε μόνο του να δουλέψει όπως ήξερε ο ίδιος.
Ο μάστρε Ττόουλος ξαναρχίνησε να κτίζει, αλλά μέσα του είχε μια υποψία ότι ο φούρνος θα ξαναχαλούσε.
Καταλαβαίνοντας ότι ίσως δεν θα τα κατάφερνε, αλλά θέλοντας κιόλας από πάνω να πληρωθεί, σκέφτηκε με πονηριά τι να κάμει.
Μόλις τέλειωσε το κτίσιμο μπήκε μέσα και τον βάσταξε με την ράχη του κάνοντας ότι τον καθάριζε από τις λάσπες. Φώναξε τον ιδιοκτήτη να τον καμαρώσει, και ενώ τάχατες έτριβε τον πηλό και μιλούσαν, το έφερε από δω, το έφερε απ εκεί, ζήτησε να πληρωθεί.
Λέγεται η ιστορία μέχρι σήμερα και ο κόσμος πιστεύει ότι ο Ττοουλής ο Φαρφαράς πιάστηκε κοροΐδο και πλήρωσε για το κτίσιμο του φούρνου, που μόλις όμως ο Ττόουλος ο κτίστης πήρε την πλερωμή του, πετάχτηκε έξω από το φούρνο και με δικαιολογία ότι είχε βίαση κάτι να κάμει, έτρεξε και έφυγε, ενώ σε λίγο ο φούρνος χάλασε.
Σήμερα όμως που γράφω τούτη την ιστορία, κουβεντιάζοντας με τον Γιώρκο του Χαμπή του Μαύρου έναν συγγενή του Ττοολή του Φαρφαρά, μου εξήγησε ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα, αλλά η τελευταία παράγραφος είναι διαφορετική. Έμεινε η λανθασμένη φήμη, γιατί ο Ττοουλής μετοίκησε στη Λεμεσό, και μένοντας ο Ττόουλος μόνος του στο χωριό, για να δικαιολογήσει την αποτυχία του στο κτίσιμο του φούρνου, παράλλαξε την ιστορία δίνοντας βάρος στην εύθυμη πλευρά της ώστε έτσι να παρασιωπήσει η αποτυχία του.
Η πραγματική αλήθεια είναι ότι ζητώντας την πλερωμή του, ο Ττοουλης του είπε να βγει έξω να πιούν ένα ποτήρι κρασί για να βγει στερεωμένος ο φούρνος, και ύστερα να τον πληρώσει και να πάει στο καλό. Ο Ττόουλος προσπάθησε να τον πείσει να τον πληρώσει και δεν θέλει κρασί γιατί βιάζεται, αλλά ο Ττοουλής που υποψιάστηκε ότι κάτι τρέχει, επέμενε να βγει έξω λέγοντας του ότι αν δεν καταδεχτεί να πιει ένα ποτηράκι μαζί του, δεν έχει πλερωμή.
Καταλαβαίνοντας ο Ττόουλος ότι δεν μπορούσε να τον ξεγελάσει, αλλά θέλοντας να παραστήσει ότι  πληγώθηκε η περηφάνια του, έκαμε πως θύμωσε, και του λέει,
-Άμα είσαι έτσι, δεν θέλω το κρασί σου, δεν θέλω ούτε τα λεφτά σου, αλλά ούτε θα σου παραδώσω φούρνο.
 Και βγαίνοντας έξω έφυγε βιαστικά, ενώ πίσω του ο φούρνος ξαναπήρε καθίζηση και ξαναχάλασε.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΔΙΚΟΥ ΜΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Διηγείται ο Χριστόφορος Χαραλάμπους - άλλως Ψαράς
Το 1974 εργαζόμουν ως οικοδόμος στο εργοστάσιο της ΚΕΟ στη Λεμεσό. Οι δουλειές στην Πάφο ήταν λίγες, γι αυτό αρκετοί του επαγγέλματος πηγαινοερχόμασταν Πάφο – Λεμεσό για εργασία με το λεωφορείο του Βαρνάβα και οδηγό τον Ανδρέα Χάμπιαουρη.
Στις 15 Ιουλίου μόλις φτάσαμε στον τόπο εργασίας, ακούσαμε τα κακά μαντάτα για εκδηλωμένο πραξικόπημα και επίθεση της Εθνοφρουράς στο προεδρικό εναντίον του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄.
 30 Τουρκοκύπριοι που εργάζονταν στο εργοστάσιο εγκατέλειψαν τη δουλειά τους και εισχώρησαν στο Τουρκικό θύλακα που ήταν σε μικρη απόσταση από το εργοστάσιο. Από ψηλά στις σκαλωσιές που ευρισκόμουν, είδα τους Τούρκους να κλείνουν την είσοδο προς τα Τούρκικα με πυκνό ψηλό συρματόπλεγμα.
Κατεβαίνοντας από τις σκαλωσιές, βλέποντας ένα συνάδελφο μου με το αυτοκίνητο του ξεκινημένο, του ζήτησα να με μεταφέρει ως το διοικητήριο της Λεμεσού που ήταν τα γραφεία ταξί για να επιστρέψω στην Πάφο. Την ωρα που περνούσαμε έξω από τον αστυνομικό σταθμό, δεχτήκαμε ριπή πυροβολισμών από όπλο στο αυτοκίνητο με αποτελεσμα να τρακάρουμε και να ακινητοποιηθούμε. Ήταν από ανταλλαγές πυρών αστυνομικών που αμύνονταν και πραξικοπηματιών που προσπαθούσαν να καταλάβουν το σταθμό. Φτανοντας περπατητος στο συαθμο των ταξί, ηρνήθησαν να μας μεταφέρουν, έτσι πήρα περπατητός το δρόμο και έφτασα στο παλιό λιμάνι. Εκεί συνάντησα ένα λεωφορείο που κουβαλούσε από την Πάφο εργάτες Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους έτοιμο να ξεκινήσει για την Πάφο. Μπήκα σ αυτό, ήμασταν όπως τις σαρδέλες ο ένας πανω στον άλλο και ξεκινήσαμε. Έξω από τις Αγγλικές βάσεις της Λεμεσού ενώ περνούσαμε από το Τούρκικο χωριό Παραμάλι, πέσαμε σε Τούρκικο μπλόκο και αναγκαστικά σταματήσαμε. Οι τούρκοι κάτοικοι με απειλητικές διαθέσεις μας πλησίασαν και άρχισαν να μας ρίχνουν πετρες. Ευτυχώς με τη μεσολάβηση των Τούρκων που ταξίδευαν μαζί μας, σταμάτησε ο λιθοβολισμός και μας άφησαν να περάσουμε.
Με ανακούφιση έφτασα στη Χλώρακα και γεμάτος αγωνία από την ανησυχία  για την οικογένεια μου, έτρεξα στο σπίτι μου. Με ευχαρίστηση τους βρήκα όλους καλά. Ευτυχώς οι Μακαριακοί ήσαν περισσότεροι από τους Γριβικούς, και περιπολώντας με όπλα σε όλες τις κοινότητες, δεν τόλμησαν οι Πραξικοπηματίες να επιχειρήσουν να καταλάβουν την εξουσία στην Πάφο. Τα στρατόπεδα της Πάφου είχαν παραδοθεί στην Αστυνομία η οποία έλεγχε απόλυτα την κατάσταση, είχε επίσης συλλάβει όλους τους γνωστούς αντί Μακαριακούς, έτσι δεν είχαμε ανησυχία για επίθεση τους.
Ομάδες αντιστασιακών άρχισαν να οργανώνονται για μετάβαση τους στη Λευκωσία για να πολεμήσουν τους πραξικοπηματίες δίπλα στο Μακάριο. Μας κάλεσαν όλους, αλλά εγώ αρνήθηκα και τους προειδοποίησα να κάμουν το ίδιο διότι στον ερχομό μου από τη Λεμεσό είδα πραξικοπηματίες στο Κολόσσι να στήνουν οδοφράγματα και να τα εξοπλίζουν με πολυβόλα όπλα. Τους προειδοποίησα ότι  στο σταυροδρόμι Ερήμης Κολοσσίου προς Ακρωτήρι έστησαν ενέδρα, τουλάχιστον να μην χρησιμοποιούσαν εκείνο τον δρόμο. Δυστυχώς δεν με έλαβαν υπόψη και ξεκίνησαν το μοιραίο ταξίδι τους το όποιο έμελλε να είναι καταστροφικό. Έπεσαν στην ενέδρα του Κολοσιού, σκοτώθηκε ο Δημήτρης Ζηνιέρης και πληγώθηκε ο Νεόφυτος Ανδρέα. Στη διαδρομή προς Λευκωσία στην περιοχή του χωριού Κολόσσι, τα αυτόματα όπλα τούς είχαν στήσει καρτέρι. Με το που φάνηκαν τα λεωφορεία, άρχισαν να πυροβολούν. Ο Δημήτρης Ζινιέρης και άλλα τρία άτομα, έπεσαν νεκρά από τις σφαίρες.
Όλοι οι φιλήσυχοι πολίτες της Χλώρακας Μακαριακοι και Γριβικοι, κλειστήκαμε στα σπίτια μας γεμάτοι αγωνία για τι μέλλει γενέσθαι, και μαθαίναμε τα νέα της έκρυθμης κατάστασης από στόμα σε στόμα, ώσπου καποια στιγμή από τον Παφίτικο Ελεύθερο ραδιοσταθμό που λειτούργησε εκείνες τις ώρες ο Νίκος Νικολαϊδης, ακούσαμε τη φωνή του Μακαρίου.
Ο Μακάριος είχε γλυτώσει. Με πολιτική περιβολή και φέροντας τραγιάσκα οδηγήθηκε από τους συνοδούς του στην πίσω έξοδο ασφαλείας του προεδρικού μεγάρου που ήταν αφύλακτη και μέσα από ένα ξεροπόταμο έφτασαν σε δημόσιο δρόμο. Με τη φρουρά του που ανάμεσα τους ήταν και ο Χαράλαμπος Κυρίλλου από τη Χλώρακα, έφτασε μέσω Τροόδους στον Καθεδρικό ναό της Πάφου όπου πλήθη κόσμου τον ανέμεναν παραληρώντας από χαρά. Εκεί με γεμάτη πάθος φωνή αναγγέλλει προ του μικροφώνου του ραδιοφωνικού σταθμού του Νίκου Νικολαϊδη : «Είμαι εγώ ο Μακάριος. Είμαι ζωντανός. Αναγνωρίζετε την φωνήν μου. Δεν εφονεύθην. Είμαι ζωντανός και θα αγωνισθώ μέχρις εσχάτων».  
Οι πραξικοπηματίες στη Λευκωσία μη έχοντας γνωστά τα τεκταινόμενα στη Πάφο, αφου είχαν διακοπεί οι τηλεφωνικές συνδέσεις και τα στρατόπεδα ήταν υπό τον έλεγχο των Αντιστασιακών δυνάμεων, παραβλέποντας τον εκ του συντάγματος νόμιμο διάδοχο στη θέση του προέδρου που ήταν ο τότε πρόεδρος της κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων Γλαύκος Κληρίδης, επέλεξαν τον δημοσιογράφο και βουλευτή τότε Νίκο Σαμψών και τον όρκισαν ως πρόεδρο της Δημοκρατίας της Κύπρου, ο οποίος επί την ανάληψη των καθηκόντων του κήρυξε στρατιωτικό νόμο. Εκείνη την ώρα οι πραξικοπηματίες πήγαιναν στην Πάφο, αλλά ήταν δύσκολο λόγω έλλειψης δρόμων.
Ο Χαράλαμπος Φ. Κυρίλλου, 19 ετών τότε μέλος του Εφεδρικού Σώματος, μετά που συνόδευσε τον Μακάριο στην Πάφο μαζί με άλλα τέσσερα μέλη του Εφεδρικού Σώματος  το απόγευμα της 15ης Ιουλίου 1974 προσπάθησαν να επιστρέψουν στη Λευκωσία για να ενισχύσουν τις Μακαριακές δυνάμεις. Στο Ακρωτήρι Λεμεσού σύμφωνα με ντοκιμαντέρ του ΡΙΚ (15/7/2011) συνελήφθηκε μαζί με τους συντρόφους του και εκτελέστηκαν εν ψυχρώ απο 5 πραξικοπηματίες που κατάγονταν απο προάστια της Λεμεσού, εκ των οποίων σήμερα ευρίσκονται εν ζωή μονο οι δυο οπως καταμαρτυρείται στο ντοκιμαντέρ απο τους συγγενείς των δολοφονηθέντων.
Την επόμενη μέρα το απόγευμα οι πραξικοπηματίες περικύκλωσαν την Πάφο ενώ το κυπριακό περιπολικό σκάφος "ΛΕΒΕΝΤΗΣ" έβαλλε από το λιμάνι κατά της Μητρόπολης. Ο Μακάριος μία ώρα πριν είχε μεταφερθεί με ελικόπτερο από την παρακείμενη Φιλανδική βάση του ΟΗΕ στην αγγλική βάση Κύπρου και από εκεί με αεροπλάνο κατευθύνθηκε προς τη Μάλτα.
Το πραξικόπημα τελικά επικράτησε με απολογισμό 55 νεκρούς και 250 τραυματίες.
Στη Χλώρακα δεν μας άφηναν να κυκλοφορούμε ελεύθερα, μας είχαν περιορισμένους στα σπίτια μας και εχθρότητα επικρατούσε ανάμεσα στις δυο παρατάξεις μέχρι την καταραμένη μέρα της εισβολής από τους Τούρκους οπότε όλοι μονιάσαμε μπροστά στον μεγάλο κίνδυνο.
Ήταν 20 Ιουλίου και η Τουρκία ισχυριζόμενη ότι δεν κάνει εισβολή αλλά μια ειρηνική επέμβαση με σκοπό την επαναφορά της συνταγματικής πριν του πραξικοπήματος κατάστασης, εισβάλλει στην στις βόρειες ακτές της Κύπρου, στο Πέντε Μίλι της Κερύνειας με σαράντα χιλιάδες στρατιώτες, υπό την υποστήριξη Αεροπορίας και ναυτικού.
Με το άκουσμα της εισβολής αμέσως εγινε επιστράτευση. Παρουσιαστήκαμε στον αστυνομικό σταθμό όπου καταταχτήκαμε, οργανωθήκαμε και οπλιστήκαμε. Πρώτη μας αποστολή ήταν να καταλάβουμε τους Τούρκικους θύλακες Μουττάλου και Μανδριών. Περικυκλώσαμε τον Μούτταλο. Μετά από μικρές αψιμαχίες, ύστερα από 24 ώρες οι Τούρκοι παραδόθηκαν. Αφου μας παρέδωσαν τον οπλισμό, περιορίσαμε τους άμαχους κατοίκους στα σπίτια τους, ενώ τους μάχιμους τους απομονώσαμε στο σχολείο. Τις επόμενες μέρες τους αφήσαμε ελεύθερους και αποσυρθήκαμε έχοντας τους απλά περικυκλωμένους μέχρι τη συμφωνία της ανταλλαγής πληθυσμών, όποτε αποσυρθήκαμε στα στρατόπεδα μας.
Από τους βομβαρδισμούς των Τούρκων και αφου τα στρατόπεδα μας καταστράφηκαν, διαμέναμε σε πορτοκαλεώνες μέχρι που σταλθήκαμε στη Λακατάμια στο στρατόπεδο της 31ης Μοίρας. Οι Έλληνες αξιωματικοί αφου χώρισαν τους Μακαριακούς και τους Γριβικούς σε ομάδες,  έστειλαν εμας τους Μακαριακούς να πολεμήσουμε στην πρώτη γραμμή στην Κερύνεια όπου είχε ξεκινήσει ήδη η δεύτερη φάση της απόβασης από τους Τούρκους, ενώ τους Γριβικούς τους άφησαν στα μετόπισθεν. Ενωθήκαμε με την 32α Μοίρα καταδρομών και την 34η Μοίρα εφέδρων, αλλά ήταν ήδη αργά, οι Τούρκοι είχαν κυριαρχήσει παντού και άρχισαν να προελαύνουν προς το Βαρώσι. Μείναμε εγκλωβισμένοι και ύστερα από βομβαρδισμό μας από αεροπλάνα χάσαμε 20 άνδρες. Ο διοικητής μας διέταξε υποχώρηση. Περπατούσαμε μέρες πολλές κατευθυνόμενοι προς τη Λευκωσία προσπαθώντας να βρούμε διέξοδο. Την 15η μέρα φτάσαμε στην Κυθρέα σε ένα φυλάκιο Ειρηνευτών. Εκεί συναντήσαμε αποτεφρωμένα πτώματα Ειρηνευτών που είχαν και αυτοί δεχτεί βομβαρδισμό από Τούρκικα αεροπλάνα. Στην περιοχή εκεί συναντήσαμε το λόχο του Κώστα Παπακώστα που μαζί με άλλους είχαν υποχωρήσει από την σπασμένη αμυντική γραμμή που είχε στήσει το ταγματάρχης Τάσος Μάρκου για να ανακόψει την προέλαση των Τούρκων προς την Αμμόχωστο και που στάθηκε μόνος του με μια διμοιρία και πολέμησε μέχρι τέλους για να καλύψει την υποχώρηση των υπολοίπων τους οποίους ο ίδιος είχε διατάξει για να γλυτώσουν από την διαφαινόμενη προέλαση των Τούρκων.
Από αυτους μάθαμε ότι μεγάλο μέρος από τις Μοίρες μας είχαν ήδη περάσει προς τις Ελεύθερες περιοχές, αλλά εμείς δεν μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο, διότι οι Τούρκοι είχαν κόψει τις διεξόδους. Όλοι μαζί στραφήκαμε πίσω και πήραμε τις παρυφές του Πενταδάκτυλου και κρυμμένοι μέσα στη βλάστηση προχωρήσαμε και φτάσαμε στην Αγγλική βάση της Δεκέλειας όπου οι Άγγλοι μας βοήθησαν να περάσουμε και να φτάσουμε στις ελεύθερες περιοχές.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΟΚΑ
Το 1878 τέλειωσε η Τουρκική κατοχή της Κύπρου, μια περίοδος μαύρων αναμνήσεων από τους μεγάλους κατατρεγμούς των Χριστιανών,  και άρχισε μια άλλη τυρρανία, η εποχή της Αγγλοκρατιας που ήταν μια περίοδος στυγνής διακυβερνήσεως που σε όλη την περίοδο της,  η καταστολή των βασικότερων δικαιωμάτων του Κυπριακού λαού ήταν συνεχής.
Ενώ ο Κυπριακός λαός τους υποδέχτηκε σαν ελευθερωτές, οι Άγγλοι αποικιοκράτες αποδείχτηκαν μια άλλη συνέχεια στυγνών κατακτητών μετά τους Τούρκους.
Με την έναρξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου δόθηκαν από τους Εγγλέζους υποσχέσεις για παραχώρηση αυτοδιάθεσης άμα τη λήξη του πολέμου, και οι Κύπριοι πιστεύοντας τους,
κατατάχθηκαν μαζικά στον Αγγλικό στρατό και πολέμησαν εναντίον των Γερμανών και των συμμάχων τους. Με την λήξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου όμως, η άρνηση της εκπλήρωσης των υποσχέσεων τους, φούντωσε και θέριεψε στις καρδιές των Ελληνοκυπρίων τη διάθεση για αποτίναξη του Βρετανικού ζυγού.
Το 1954, ύστερα από προσεχτική προετοιμασία, η Κυπριακή εκκλησία με αρχηγό το Μακάριο κάλεσαν τον Γρίβα Διγενή στην Κύπρο που φτάνοντας κρυφά αποβιβάστηκε στις ακτές της Χλώρακας όπου από εκεί ξεκίνησε το δύσκολο έργο της οργανώσεως του αγώνα με στρατολόγηση κυρίως νέων από τις τάξεις των χριστιανικών οργανώσεων και την εκπαίδευσή τους στον αντάρτικο αγώνα, ιδρύοντας έτσι την ΕΟΚΑ. Με νεαρά κυρίως παλικάρια να απαρτίζουν την οργάνωση, την 1η Απριλίου 1955 ξεκίνησε η ένοπλη εξέγερση ενάντια στην κατοχική τυραννία των Βρετανών. Με ανατινάξεις και επιθέσεις σε στρατιωτικές βάσεις και αστυνομικούς σταθμούς, άρχισε ο αγώνας.
Οι κατακτητές αντέδρασαν με βία και σκληρότητα. Με συλλήψεις και βασανιστήρια, με δίκες παρωδίες και με απαγχονισμούς και άλλα που νόμιζαν ότι θα έκαμπταν το ηθικό των παλικαριών της ΕΟΚΑ, δοκίμασαν να καταστείλουν την μεγάλη επανάσταση, όμως δεν τα κατάφεραν, με αποτέλεσμα την τελική ήττα τους από ένα μικρό, αλλά μεγάλο σε ψυχή λαό.
Επειδή η Χλώρακα ήταν ο τόπος που ξεκίνησε η στρατολόγηση αγωνιστών, οι Εγγλέζοι έστησαν στρατόπεδα εντός και εκτός του χωρίου για να ελέγχουν απόλυτα τες κινήσεις των χωριανών. Με μπλόκα, κέρφϊου και ταχτικές συλλήψεις πάντα των ίδιων στοχευμένων ανθρώπων, αυτών που υποψιάζονταν ή είχαν πληροφορίες, προσπαθούσαν δι ασφυκτικής πιέσεως και καταπιέσεως να καταστείλουν τον αγώνα τους. Συνελάμβαναν αμούστακα παλικάρια και τα οδηγούσαν στις φυλακές και στα κρατητήρια. Τους βασάνιζαν και τους εξευτέλιζαν, τους άφηναν νηστικούς και διψασμένους για μέρες προσπαθώντας να εκμαιεύσουν ακόμα και ψεύτικες ομολογίες, αλλά και να τους κάμουν να φοβηθούν.
Όμως στα παλικάρια μέσα τους, ήταν εμποτισμένη η ιδανικότερη ιδεολογία της πατρίδας και της ελευθερίας, και έχοντας μέσα τους τη σπίθα των Σπαρτιατών και των άλλων προγόνων τους, χωρίς φόβο για θάνατο και βασανιστήρια, συνέχιζαν την προσφορά τους υπέρ πίστεως και πατρίδας.  
Οι αμέτρητες συλλήψεις και τα πολεμικά γεγονότα ήσαν απειράριθμα και πολλά εξ αυτών έχουν καταγραφεί, πολλά όμως δεν έχουν δυστυχώς καταγραφεί, και όταν όλοι οι αγωνιστές θα φύγουν από τη ζωή, πολλά θα σβήσουν και θα ξεχαστούν. Υπάρχουν περιστατικά που διηγούνται για μεγάλες αντοχές στα βασανιστήρια, περιστατικά για ενέδρες και συλλήψεις, υπάρχουν όμως και συμβάντα που σε όποιον συνέβησαν τα ενθυμείται με νοσταλγία και χαμόγελο, άσχετα αν εκείνες τις συγκεκριμένες ώρες, φώλιαζε η αγωνία στην καρδιά τους.

Ήτανε ανήμερα του Αγίου Νικολάου, ο Αντωνής Μαυρονικόλας λογάριαζε να πάει να προσκυνήσει και να λειτουργηθεί στο μικρό εκκλησάκι στην άκρη του χωριού, και ύστερα να ροβολήσει την κατηφοριά, να πάει στο χωράφι κάτω στο γιαλό, να ποτίσει τα λάχανα και τα οπωρικά, καθώς για ζήση είχε το επάγγελμα του γεωργού. Όπως κάθε Χριστιανός πίστευε μετα φόβου Θεού πίστεως και αγάπης, ειδικά εκείνους τους δύσκολους καιρούς που ζούσαν υπό τα δεσμά των κατακτητών, το ίδιο και ο Αντωνής ήταν ένας πιστός που γαλουχήθηκε με τις ορθόδοξες Χριστιανικές καταβολές. Πίστευε πολύ στο Θεό και είχε για προστάτη του Άγιο τον Άη Νικόλα της Χλώρακας που το αρχαίο εκκλησάκι του ήταν κτισμένο από βοσκούς πρωτινούς, πάνω σε ένα γκρεμό αγναντεύοντας τη θάλασσα εδώ και 1300 χρόνια.
Ο Αντωνής ήταν κοντά είκοσι ενός χρονών, σχεδόν αμούστακο παλικάρι με λίγες τρίχες στο πρόσωπο, αλλά πολλή παλικαριά μέσα στην καρδιά. Είχε μυηθεί στον αγώνα και ήταν μέλος σε ομάδες στήριξης, δηλαδή αποτελούσε σύνδεσμο για μεταφορά και απόκρυψη οπλισμού καθώς και αργότερα μέλος σε μαχητικές ομάδες κρούσεως και εκτελεστικού στη Χλώρακα. Ανήκε στις πρώτες ομάδες που απετέλεσαν τον πυρήνα της οργάνωσης της ΕΟΚΑ, και ομαδάρχης του ήταν ο Μιχαλάκης Παπαντωνίου ο οποίος ήταν μέλος της πρώτης ομάδας που παρέλαβε τον Διγενή στις 10 Νοεμβρίου 1954, και αργότερα συνελήφθει με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας της Χλώρακας κοντά στην ακτή «Ροδαφίνια» όταν ξεφόρτωναν δυναμίτιδα από το πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος».
Ήταν ένα χειμωνιάτικο παγερό πρωινό, πήγαινε περπατητός για τη δουλειά του. Ξεκίνησε πολύ πρωί, θέλοντας να αποφύγει συναπαντήματα που θα τον εξέθεταν, γιατι στη πούγκα του είχε σφαίρες που θα τις παρέδιδε σ ένα συνάδελφο του αγωνιστή, τον Κόκο Ταπακούδη για να τις μετέφερνε στην Τάλα και να τις παρέδιδε στον Κκέλη και στον Μιρτή, δυο άλλους αγωνιστές που αργότερα είχαν σκοτωθεί από τους Εγγλέζους σε μάχη που δόθηκε κατά τη διάρκεια πολιορκίας του κρυσφηγέτου τους
Στη πούγκα του σακακιού του είχε ακόμα, ένα μικρό χαρτάκι σημείωμα με κώδικα, μια διαταγή της οργάνωσης για μια προοριζόμενη αποστολή. Αν τον συνελαμβαναν με όλα αυτά, σίγουρα μια ήταν η καταδίκη. Απαγχονισμός. Με αυτές στις σκέψεις, περπατούσε γρήγορα θέλοντας να αποφύγει όλους τους ανθρώπους, να πάει στα γρήγορα να προσκυνήσει στον Άη Νικόλα και εκεί να παραδώσει ότι κουβαλούσε, και ύστερα να κινήσει για το χωράφι του.

Περνώντας από το καφενείο του Κώστα Ταπακούδη, του έδωσε η μυρωδιά του καφέ, και τον λιγουρεύτηκε. Δεν σκέφτηκε να σταματήσει, αλλά ο κουμπάρος του ο Χαμπής, ο γιος του καφετζιή, του έβαλε μια φωνή, να κοπιάσει να τον κεράσει καφέ. Πήγε ο άμοιρος, και πριν προλάβει να πιει μια ρουφηξιά καφέ, μπούκαραν μέσα οι Εγγλέζοι και τους έστησαν στον τοίχο για έρευνα.
Η καρδιά του πήγε να σπάσει, ήξερε, ήταν το τέλος. Με ότι θα εύρισκαν πάνω του, σίγουρα θα τον συνελάμβαναν, σίγουρα θα τον βασάνιζαν, και σίγουρα θα τον σκότωναν. Έμεινε να τους κοιτάζει τρομαγμένος και να καταριέται την απόφαση του να πιει καφέ. Τους κοίταζε, και το μόνο που μπόρεσε να κάμει, ήταν μια προσευχή, που ήρθε στο στόμα του αυθόρμητα,
-Άη Νικόλα βοήθα με.
Ο Άη Νικόλας τον βοήθησε, ήταν σίγουρος ότι είχε γλυτώσει, αφού πίσω από τους Εγγλέζους στρατιώτες είδε να μπαίνουν μερικοί Τούρκοι αστυνομικοί με αρχηγό τους τον Κκεμάλη, ένα νεαρό Τουρκόπουλο από τον Μούτταλο που μαζί του είχε φιλίες παιδικές. Παλιότερα συναντιόνταν σχεδόν καθημερινά, καθώς το χωράφι του σχεδόν συνόρευε με τη Τούρκικη συνοικία του Μουττάλου. Ερχόταν και τον βοηθούσε στο μάζεμα των καρπών από το περβόλι, και κάθε φορά τον φόρτωνε πραμάτεια να πάρει στο σπίτι του που είχε να ζήσει σύζυγο και τρία κουτσούβελα. Είχε καιρό να τον δει, και ξάφνου τον είδε ντυμένο με στολή αστυνομικού, και στο χέρι να έχει τρία νησιάνια. Θυμόταν που του έλεγε ότι σκεφτόταν να γραφτεί αστυνομικός στους Εγγλέζους, και ο ίδιος τον παρότρυνε να μην το κάμει γιατι ήταν επικίνδυνο. Και νάσου τον τώρα μπροστά του, με ύφος αυστηρό και ένα μεγάλο πιστόλι στην κόξα, να προχωρά προς το μέρος του. Τον κοίταζε στα μάτια σκληρά, αλλά ο Αντωνής ένιωθε ανακούφιση, τον έβλεπε σαν Άγγελο σταλμένο από τον Άη Νικόλα, ήταν σίγουρος ότι ο παλιός του φίλος θα έβρισκε τρόπο να τον καλύψει.
Με τα χέρια ψηλά ακουμπισμένα στον τοίχο όπως ήταν, ο Κκεμάλης τον ερεύνησε εξονυχιστικά. Δείχνοντας υπέρμετρο ζήλο, του έψαξε ακομα τις καλτες και τα παπουτισα, και τελειώνοντας έγνεψε στους Εγγλέζους στρατιώτες ότι ήταν εντάξει, δεν είχε τίποτα πάνω του, τους είπε. Τον προσπέρασε και συνέχισε με τους άλλους.
Μια γλυκεία ανακούφιση τον έλουσε, εκεί που ήταν σίγουρος ότι ήρθε το τελος, όλως αναπάντεχα άλλαξε η κατάσταση, ο Άη Νικόλας, τον βοήθησε.
Αφού όλοι οι θαμώνες ερευνήθηκαν, όπως πάντα, οι Άγγλοι στρατιώτες ξεχώρισαν μερικούς και αναγκάζοντας τους να έχουν ψηλωμένα τα χέρια, τους έσπρωξαν μπροστά, και τροχάδην τους κατεύθυναν προς τα φορτηγά αυτοκίνητα όπου τους επιβίβασαν για να τους οδηγήσουν στο στρατόπεδο για περαιτέρω ανάκριση.
Ανάμεσα σε αυτούς, ο Αντωνής, χωρίς ακόμα να συνέλθει από την ευχαρίστηση που ένιωθε και την ευγνωμοσύνη που αισθανόταν για τον Τούρκο φίλο του, χωρίς φόβο πλέον στην καρδιά, σκεφτόταν πώς να απαλλαγεί από τις σφαίρες και το σημείωμα της ΕΟΚΑ που είχε στις τσέπες του.

Τώρα, ύστερα από 65 χρόνια, καθισμένοι και οι δυό μας στο ίδιο καφενείο που συνέβηκε το περιστατικό, σε συνέχεια μου διηγείται το τέλος της ιστορίας, ενώ οι αναμνήσεις τον κάνουν να αναπολεί τα χρόνια εκείνα τα δοξασμένα, που μια χούφτα γενναίων ανθρώπων τα έβαλαν με την κραταιά Βρετανική αυτοκρατορία κατορθώνοντας το ακατόρθωτο. Να την νικήσουν. Με το πρόσωπο του φωτισμένο από τις ένδοξες εκείνες θύμισες, συνέχισε να μου λέει,
-Σκεφτόμουν πώς να απαλλαγώ από τις σφαίρες, και ενώ έτρεχα με τα χέρια ψηλωμένα, μου ήρθε φώτιση από τον Άη Νικόλα. Όταν φτάσαμε στα αυτοκίνητα και κατεβάσαμε τα χέρια για να μπούμε σ αυτά, έβαλα το δεξί μου χέρι στη τσέπη με τις σφαίρες, και βάζοντας όση δύναμη είχα στο δάχτυλο μου, ξέσχισα τη φόδρα της τσέπης που ευτυχώς ήταν κομμένη από την πολυκαιρία, και άφησα μια μια τις σφαίρες να πέσουν στο έδαφος και να χαθούν μέσα στο χώμα της πλαταίας. Ύστερα πάνω στο αυτοκίνητο, με τρόπο έβγαλα το μικρό χαρτάκι και το έβαλα στο στόμα, που βρέχοντας το με το σάλιο μου, το κατάπια ευτυχώς χωρίς δυσκολία… Μας πήραν στο «Δασούϊ», το κεντρικό στρατόπεδο τους στην Πάφο όπου μας κράτησαν για 17 μέρες… Ήταν δύσκολοι καιροί, άλλες εποχές, αλλά και σε αυτή μου την ηλικία, τώρα, αν μου το ξαναζητήσει η πατρίδα, και πάλιν είμαι έτοιμος τρέξω να αγωνιστώ…


ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΙΜΗΣ
Όταν η Ελλάς μπήκε σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία, παραλήρημα ενθουσιασμού εξαπλώθη στην Κύπρο, και νέοι απ όλο το νησί έτρεξαν να στρατευθούν. Περισσότεροι από 30.000 Κύπριοι κατετάγησαν στο Κυπριακό σύνταγμα υπό την διοίκηση  Άγγλων ως εθελοντές για να πολεμήσουν τούς Γερμανούς. Εξ αυτών 30 ήσαν Χλωρακιώτες, και ένας, ο Μενέλαος Αριστείδης από το 1939 πρώτος απ όλους κατετάγει και μετεφέρθει πρώτα στην Αίγυπτο για εκπαίδευση και ύστερα στην Ελλάδα όπου έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Με αγάπη και ενθουσιασμό, μαζί με τους άλλους Έλληνες προσέτρεξε για να πράξει το καθήκον του απέναντι των ανθρώπων. 
Σε ατμόσφαιρα ηρωική και με αναβαπτισμένο το  πνεύμα, μέσα στο μεθύσι των μαχών, χωρίς να λογαριάζει τις ταλαιπωρίες του πολέμου έπραξε ακέραια το καθήκον του, πολέμησε με όλες του τις δυνάμεις ενάντια στον Φασισμό πρώτα του Μουσολίνι, και ύστερα του Χίτλερ. 
Όταν η Ελλάς ηττήθει από τους Γερμανούς, όσοι Κύπριοι δεν αιχμαλωτίστηκαν από τον εχθρό, πολέμησαν στη Μάχη της Κρήτης και στην Αίγυπτο, ή παρέμειναν στην Ελλάδα και πήραν μέρος στην Αντίσταση. Η Κύπρος έγινε εκείνη την εποχή καταφύγιο χιλιάδων Ελλήνων προσφύγων και Άγγλων στρατιωτών. Ο Μενέλαος Αριστείδου τις τραγικές ήμερες του 1941 της παράδοσης της Ελλάδος στους Γερμανούς, υπηρετούσε στην Καλαμάτα. Μαζί με άλλους πατριώτες επιβιβάσθει σε Αγγλικό πολεμικό πλοίο και μετεφέρθησαν στην Αίγυπτο όπου εκεί εσυνέχισαν την αντίσταση τους ενάντια στον Χιτλερικό φασισμό. Το καλοκαίρι του 1942 ο Άξονας υπό την αρχηγία του Ρόμελ εισέβαλε στην Αίγυπτο με σκοπό την κατάληψη της διώρυγας του Σουέζ. Οι Βρετανοί στη προσπάθεια τους να σταματήσουν την επέλαση, ανεπτύχθησαν και οχύρωσαν τη περιοχή γύρω από το Ελ Αλαμέιν. Εκεί διεξήχθησαν δύο μεγάλες μάχες, η πρώτη τον Ιούλιο, και η δεύτερη τον Οκτώβριο του 1942. Στην πρώτη μάχη σταμάτησε προσωρινά η επέλαση των δυνάμεων του Άξονα στην Αίγυπτο, ωστόσο με μεγάλες απώλειες καθώς σκοτώθηκαν πάνω από 13.000 στρατιώτες των Συμμάχων και 17.000 στρατιώτες του Άξονα, Ιταλοί κυρίως.  Στη Δεύτερη μάχη μετά από πολλές συγκρούσεις και μεγάλες απώλειες, 13.500 για τους Συμμάχους, 30.000 για τον Άξονα, οι δυνάμεις του Άξονα υποχώρησαν στην Τυνησία
όπου και οι εναπομείναντες στρατιώτες παρεδόθησαν στους συμμάχους στις αρχές του 1943.
Οι μάχες της Ερήμου ήταν πολύ δύσκολες, περπατούσαν μέσα στην Έρημο τεράστιες αποστάσεις, οι μάχες αδυσώπητες, πολλοί ήσαν που άφησαν την ζωή τους μέσα στην καυτή έρημο ειτε γιατί είχαν χαθεί, ή σκοτωθεί. Ήταν πορείες αναγνώρισης και διείσδυσης στις περιοχές του εχθρού που διαρκούσαν πολλές ημέρες και εβδομάδες. Σε δυο πορείες αναγνώρισης, μια στην πρώτη μάχη και άλλη στην δεύτερη, η διμοιρία του Μελή Αριστείδου χάθηκε,  πέρασε ένας μήνας περίπου την κάθε φορά χωρίς σημεία αναφοράς, όλοι υπολόγισαν ότι σκοτώθηκαν ή πέθαναν χαμένοι στην αχανή έρημο. Κηρύχτηκαν ως απολεσθέντες, εστάλει δε επίσημος επιστολή στις οικογένειες τους ότι ήσαν αγνοούμενοι. Και τις δυο φορές η διμοιρία επέστρεψε στη βάση της και στο τάγμα όπου ανήκε, αλλά ήταν ένα τεράστιο βάσανο για τις οικογένειες αυτών των ανθρώπων όπου κατά την διάρκεια λίγων μηνών, πληροφορήθηκαν δύο φόρες ότι οι άνθρωποι τους ήσαν αγνοούμενοι πολέμου, κάτι που ήταν απολύτως σίγουρο για όλους ότι αυτό σήμαινε δεν ευρίσκονταν εν ζωή. Τέλειωσε ο πόλεμος, επέστρεψαν οι αγωνιστές ήρωες στα σπίτια τους με μονο κέρδος αμέτρητα παράσημα και μνείες γενναίου πολεμιστή, χωρίς άλλο κέρδος, είχαν μέσα τους όμως καμάρι ότι έλαβαν μέρος σε ένα Επικό αγώνα που όμοιος του δεν ξανάγινε στην ανθρωπότητα ολόκληρη. Δεν ήταν μόνο η φιλοπατρία και ο ηρωισμός της φυλής η κινητήρια δύναμη που τους έκαμε να συντρέξουν στα πολεμικά μέτωπα της μητρόπολης πατρίδας, ήταν και ο πόθος μαζί με την ελπίδα να συμπορευθούν σε μια κοινή μοίρα με τους υπόλοιπους Έλληνες, να πάψουν να είναι οι αποκομμένοι αδελφοί, να ενωθούν με τον εθνικό κορμό.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ Χ΄ ΑΝΤΩΝΗΣ - ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΝΗΜΗΣ
Πρόλογος από τον συγγραφέα:
Οι αφανείς ήρωες είναι αυτοί που έδωσαν χωρίς να ζητήσουν τίποτα, είναι αυτοί που άφησαν τις εργασίες τους όταν το καθήκον τους κάλεσε και που με αυταπάρνηση και γενναιότητα έδωσαν ότι μπορούσαν για την πατρίδα. Και ύστερα, χωρίς να ζητήσουν τίποτα, γύρισαν στις δουλειές τους, στη φτώχεια τους και στις οικογένειες τους προσπαθώντας από την αρχή να περιμαζέψουν την άχαρη ζωή τους, να βρουν ένα πιάτο φαί να δώσουν στα πεινασμένα παιδιά τους.
Γνωρίζοντας το μέγεθος της προσφοράς τους, χωρίς να υπερηφανε-ύονται και χωρίς να αποζητούν την δόξα ή την αναγνώριση, δεν διαλάλησαν τα κατορθώματα τους, δεν ζήτησαν αναγνώριση και τιμή, ούτε και αποπληρωμή.
Άλλωστε ότι έκαναν, δεν ήταν περί χρήμασης και δόξης, απλά ήταν το καθήκον τους, έτσι θεώρησαν, έτσι έπραξαν, ήταν γι αυτους μια αυτονόητη συμπεριφορά που την έμαθαν από τους γονιούς τους, που και αυτοί από τους δικούς τους. Είναι αμέτρητοι οι ήρωες και οι αγωνιστές του Αγώνα της ΕΟΚΑ που βυθίστηκαν στη λησμονιά και αφέθηκαν άγνωστοι και αμνημόνευτοι από τις επίσημες αρχές έως και τις μέρες μας.
Στόχος της συγγραφικής μου αυτής προσπάθειας, είναι να καταγράψω και να τεκμηριώσω τη δράση αυτών των ανθρώπων ώστε να αποδοθεί ελάχιστος φόρος τιμής στους ίδιους και στους συγγενείς τους, όπως και στους τόπους που έζησαν, διότι ήταν αυτές οι συμπεριφορές των απλών κυρίως ανθρώπων που με την προσφορά τους αποτέλεσαν τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση της Κύπρου από τους Άγγλους. Ο κύριος λόγος που με ώθησε να ασχοληθώ με την ιστορία αυτή, ήταν η διαπίστωση ότι η δράση αυτού του ανθρώπου εν πολλοίς παραμένει άγνωστη και ότι υπάρχει εις γνώσιν, εάν δεν καταγραφεί, θα απολεσθεί.
Ο Λεωνίδας Χ΄Ανωνης ή άλλως Πεγειωτης, γεννήθηκε στην Πεγεια, και μετοίκησε στην Χλωρακα το 1935. Παντρεύτηκε την Δεσποινου, το γένος Δημητρού, και δημιούργησε οικογένεια αποτελούμενη από 5 θυγατέρες, χωρίς να αποκτήσει αρσενικό παιδί ως ήτο το όνειρο του, παρέμεινε όμως πιστός οικογενειάρχης μεγαλώνοντας τις όμορφες κόρες του ανάμεσα στις μεγάλες δυσκολίες εκείνες της φτώχειας που κυριαρχούσαν στην τότε εποχή.

Στην προσπάθεια μου να καταγράψω την δράση του και τον βίο του, κατέφυγα στην μικρότερη του κόρη την Αθθούλλα, η οποία πολύ παραστατικά, διηγείται:

Γράφει η Αθθούλα Χ" Αντώνη:
Ο πατέρας μου ο Λεωνίδας Χ'Άντώνης Πεγειώτης, έτσι τον έλεγαν, γιατί καταγόταν από την Πέγεια και μετά παντρεύτηκε στην Χλώρακα. Ήταν άτομο δραστήριο, δυναμικό και ριψοκίνδυνο. Μου διηγόταν πολλές ιστορίες από την ζωή του. Μια από αυτή ήταν και η δράση του για την Ε.Ο.Κ.Α. Όταν ξεκίνησε ο αγώνας της Ε.Ο.Κ.Α., οι αγωνιστές επισκέφτηκαν τον "σπήλιο" που υπάρχει δίπλα από το σπίτι μας. Ήρθαν τον είδαν, τον μελέτησαν και είπαν, πράγματι είναι ιδανικός για τις δραστηριότητες μας. Όταν ρώτησαν τον πατέρα μου εάν δέχεται να τον χρησιμοποιήσουν για τις δραστηριότητες τους, ο πατέρας μου τους απάντησε: " Όχι μόνο δέχομαι, αλλά θα γίνω και 'γώ συνεργός μαζί σας".
Μετά απ'όλα αυτά, εμάς, μας μετέφερε κάτω στο χωράφι, στα παλιόκαστρα, όπου εγκατασταθήκαμε στο κάτω σπίτι, ενώ στο άλλο πάνω, έμειναν αργότερα άλλοι αγωνιστές. Εν τω μεταξύ, στο χωριό άρχισε αμέσως το κτίσιμο του τοίχου γύρω - γύρω από το σπίτι μας, γιατί μέσα στην αυλή είχαμε πηγάδι με νερό και όλες οι γειτόνισσες έρχονταν εκεί για να βγάζουν νερό για το νοικοκυριό τους. Μέχρι τότε, είχε βάλει ένα ξωπόρτι και το κλείδωνε.
Μία μέρα κάποια θεία μου, λέει: "Τόσο νερό ο "λάκκος" και εγώ να γυρίζω να βρω από αλλού νερό;" Και προσπαθεί από μία τρύπα να βγάλει νερό και είδε όλους τους αγωνιστές ξαπλωμένους μέσα στην αυλή. Και λέει: "Είχε δίκαιο ο Λεωνίδας που κλειδώνει το ξωπόρτι τελικά".
Μετά άρχισαν να καθαρίζουν τον "σπήλιο" και όταν καθαρίστηκε, άρχισε ο εξοπλισμός από στρώματα, λάμπες και διάφορα άλλα πράγματα πρώτης ανάγκης.
Στο σπήλαιο φιλοξενήθησαν αμέτρητοι αγωνιστες καταζητουμενοι αντάρτες της ΕΟΚΑ. Ένας από αυτους ήταν και ο Χρίστος Κκελης, όταν ύστερα από ενέδρα στην περιοχή Καμήλα, εγινε αντιληπτός, και κρυβόταν ώστε να μην συλληφθεί. Ο πατέρας μου έλεγε στην μαμά μου: "Δεσποινού, τώρα είναι και αυτοί σαν παιδιά μας και πρέπει να τους τροφοδοτούμε και να τους βοηθούμε". Και τους έσφαζε κότες, τους έδινε κονσέρβες και διάφορα άλλα τρόφιμα. Τα φόρτωνε στο γάίδουράκι που είχαμε και κάθε απόγευμα τους τα έπαιρνε στο χωριό. Οι αδερφές μου, μικρές και αυτές, διερωτούνταν πού έπαιρνε κάθε μέρα όλα αυτά τα φαγητά, αλλά απάντηση δεν έπαιρναν.
Πάνω από το στόμιο του "σπήλιου", έβαλαν ένα αποχωρητήριο "καθιστό" και όταν έφτανε ο πατέρας μου με τα φαγητά, τους έλεγε ένα σύνθημα που είχαν συμφωνήσει, σήκωναν το αποχωρητήριο και κατέβαζαν τα φαγητά με το καλάθι.
Στεναχωριόταν πολύ ο πατέρας μου για τις συνθήκες επιβίωσης των αγωνιστών. "Ούτε ποντίκια δεν μπορούν να ζήσουν εκεί από την μούχλα", έλεγε.
Τα παλληκάρια όμως άντεξαν, επιβίωσαν και με τον αμυδρό φωτισμό των φαναριών, κατάφεραν και κατασκεύαζαν πυρομαχικά και βόμβες, τα οποία τα διένεμαν. Μία άλλη μέρα, του φόρτωσαν το γαϊδούρι μας οπλισμό και του είπαν: Λεωνίδα να τα πάρεις σε κάποιο σπίτι που του κατονόμασαν, του έβαλαν και αρκετά χόρτα από πάνω και ξεκίνησε. Φτάνει στο σπίτι, χτυπά την πόρτα και ανοίγει ένας Τούρκος αστυνομικός. Ευτυχώς δεν τα έχασε και του λέει: "Συγνώμη, έφερα κάτι χόρτα σε κάποιον και έχασα το σπίτι". "Πήγαινε - πήγαινε δεν είναι εδώ", του απαντάει ο αστυνομικός.
Έτυχε πολλές φορές αυτό το σκηνικό. Να του φορτώνουν το γαϊδούρι, με οπλισμό και να τον στέλνουν πότε εδώ, πότε εκεί. Όπου του έλεγαν τα έπαιρνε.
Μια μέρα του γέμισαν μια σακούλα και του είπαν: "Να τα πάρεις στο τάδε καφενείο, να τα βάλεις σε μια γωνιά, να τα αφήσεις εκεί και κάποιος θα έρθει να τα πάρει". Ο πατέρας μου λέει: "θα καθήσω να δω ποιος θά'ρθει να τα πάρει". Από περιέργεια μόνο. Σε λίγη ώρα, ήρθε κάποιος άγνωστος, πήρε την σακούλα με τρόπο και έφυγε.
Εν τω μεταξύ, στο πάνω σπίτι στα παλιόκαοτρα, είχε άλλους αγωνιστές. Μια Κυριακή σαν ήταν στην εκκλησία, έρχεται κάποιος και του λέει: "θκειέ Λεωνίδα βούρα, τζαι τα κοπέλια έφυγαν τζαι αφήκαν τα ούλλα πεταμένα χαμέ. Οι πόμπες εν σκεπασμένες μέσα στο κόπρι τζιαι αν κάμουν έκρηξη κατήσιη μας". Πάει ο παπάς μου τρεχάτος, βλέπει τις πόρτες ανοικτές, τα όπλα πεταμένα χάμω. Τα μαζεύει, τα βάζει μέσα στις σακούλες και τα κατεβάζει μέσα στο "λάκκο" που είχε "λαούμια". Βγαίνει, μαζεύει και τις βόμβες -ευχή θεού που δεν έκανε έκρηξη- και τις κατεβάζει και αυτές μέσα στο "λάκκο".
Και όλα αυτά να τα κάνει μη έχοντας ιδέα για το τι συμβαίνει και να σπάζει το κεφάλι του όλο το βράδυ, γιατί να φύγουν με αυτό τον τρόπο και να μην πάρουν ούτε τα παπούτσια τους.
Την επόμενη μέρα, σηκώνεται πρωί-πρωί, και πηγαίνει να μάθει τι συμβαίνει. Τελικά μαθαίνει πώς, μία φάλαγγα αυτοκίνητα από Εγγλέζους, ερχόταν κατά πάνω τους, αυτοί νόμισαν πώς ήταν προδομένοι και γι'αυτό έφυγαν άρον-άρον, χωρίς να πάρουν ούτε τα παπούτσια τους.
Ήρθαν στο χωριό και πήγαν στο σπίτι του Χριστόδουλου της θεκλούς της Ασπασίας (Τοουλαρά), και ζητούσαν παπούτσια να φορέσουν, που γέμισαν τα πόδια τους αγκάθες.
Τελικά η φάλαγγα, ήταν περαστική.
Σε περίπτωση προδοσίας όμως, ποιος θα ήτανε ο κύριος ύποπτος; Ο Λεωνίδας Χ'Άντώνης.
Υπάρχουν πολλά άλλα περιστατικά, αναφέρω όμως αυτά που μου έρχονται πρώτα στο μυαλό.
Μια άλλη μέρα, τους έπεσαν κάτι απόρρητα χαρτιά μέσα στο "λάκκο". Κανένας δεν τολμούσε να κατέβει. Φωνάζουν του παπά μου, κατεβαίνει, τους τα βγάζει και τα απλώνει ένα-ένα στον ήλιο να στεγνώσουν. Οι αδερφές μου περίεργες, πηγαίνουν να δουν τι γράφουν τα χαρτιά. Με το που τις βλέπει ο πατέρας μου, τους βάζει τις φωνές και έγιναν καπνός.
Ένα άλλο περιστατικό, ήταν που προδώθηκε ο "σπήλιος". Γέμισε η αυλή με Εγγλέζους και αυτοκίνητα. Ο πατέρας μου έτυχε να ήταν μέσα στο σπίτι. Κοιτάζει από ένα παραθυράκι και βλέπει την αυλή γεμάτη Εγγλέζους. "Παναγιά μου", λέει. Πάγωσε δεν ήξερε τι να κάνει. Από τον φόβο του άρχισε να χτυπιέται. Βρίσκει μια μπουκάλα κονιάκ. Δεν είχε ούτε κλειδί να την ανοίξει. Βάζει ένα μαξιλάρι στον τοίχο, την χτυπά να ανοίξει και την πίνει μονορούφι.
"Αν δεν ήταν κόρη μου", μου είπε εκείνο το κονιάκ, θα πέθαινα.
Μετά οι Εγγλέζοι άνοιξαν την πόρτα και βλέπουν έναν άνθρωπο να χτυπιέται. Τον έσωσε όμως μία φωτογραφία του βασιλιά της Αγγλίας που είχαμε πάνω στον τοίχο.
Μια μέρα μας είπε: "Αυτή την φωτογραφία του βασίλιά, αφήστε την πάνω στον τοίχο για να "γελούμε" τους Εγγλέζους". Πράγματι είχε φώτιση θεού. Αφού μόλις βλέπουν την φωτογραφία και τον άνθρωπο να χτυπιέται, γύρισαν έκλεισαν την πόρτα, και έφυγαν.
Όσον αφορά τους αγωνιστές, είχαν ευτυχώς ειδοποιηθεί για την προδοσία του "σπήλιου" και έφυγαν.
Τέτοια παραδείγματα όπως και ο πατέρας μου είμαι σίγουρη πως υπάρχουν σε πολλές κυπριακές οικογένειες. Και αυτό που με λυπεί ιδιαίτερα, είναι πως τα ονόματα αυτά δεν αναφέρονται πουθενά, ούτε σε βιβλία, ούτε και κάπου αλλού, ενώ γράφονται τόσα πολλά. Και έτσι χάνεται και το ακριβές νόημα, μερικές φορές, και της ιστορίας.
Ήρωας δεν γεννιέται κανείς. Ήρωας γίνεσαι μέσα από πράξεις και θυσίες. Και για εμένα ο δικός μου ήρωας ήταν ο πατέρας μου.

Ας είναι αιωνία του η μνήμη και ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει, με αξέχαστη αγάπη, η κόρη του Ανθούλα Λεωνίδα Χ'Άντώνη.

Μια φορά κάπου στα 1950, ήταν μια κοπέλα που ζούσε πολύ φτωχικά με την μεγαλύτερη της αδελφή, ήσαν ορφανές και από μάνα και πατέρα. Μια μέρα, η μεγάλη έστειλε την μικρή να σιηνιάσει το γαϊδούρι, αλλά ήταν λίγο αγαθή η μικρότερη κόρη, έτσι αντί να παλουκώσει τον γάιδαρο σε τόπο με βοσκή, τον άφησε να γυρνά ελεύθερα χωρίς να τον δέσει. Χωρίς να έχει ένοια να τον προσέχει, ξάπλωσε κάτω από τον ίσκιο μιας τρεμιθιάς να κοιμηθεί, και το γαϊδούρι της μπήκε σε ένα ξένο χωράφι και άρχισε να τρώει τα σπαρμένα.
Ο Κλέαθθος το παλικάρι, έτσι τον φώναζαν, ήταν ο Τουρκόπουλος του χωριού, και εκείνη την ώρα έτυχε να περάσει από εκεί, είδε το γαϊδούρι μέσα στο ξένο χωράφι, οπότε κάνοντας το καθήκον του, το περιμάζεψε.
Το διοικητικό σύστημα ήθελε τους παραβάτες να πληρώνουν ένα σελίνι πρόστιμο για να πάρουν πίσω τα κατασχεμένα ζώα τους.
Βλέποντας λοιπόν ο Τουρκόπουλος την αγαθή γυναίκα ξαπλωμένη να κοιτάζει τα κλαριά της τρεμιθιάς, πήγε κοντά της και της είπε στα τσιαττιστά,
-Που κόρη θωρείς ακίνητη, που τρέσιει ο λοϊσμός σου, τσιαί έν είες τον γάρον σου που βόσιει στο αλώνι;
Ο Κλέανθος ήταν φημισμένος τσιαττιστής, και επειδή έμεινε ευχαριστημένος που ταίριαξαν καλά οι στίχοι του, αποφάσισε να συμπονέσει την αγαθή γυναίκα, έτσι κάνοντας τον αγριεμένο για να τη συνετίσει, της έκαμε αυστηρή παρατήρηση και της έδωσε τον γάιδαρο χωρίς να της κόψει πρόστιμο.
Δουλειά του Τουρκόπουλου ήταν να φυλάει τους αγρούς και τα χωράφια από ζώα, κοπάδια και κλέφτες για να μην κάνουν ζημιές στις ξένες περιουσίες. Όταν έβρισκε ζώα αδέσποτα, τα μάζευε και τα έκλεινε σε ένα ειδικό περιφραγμένο χώρο στην πλατεία του χωριού, και ύστερα για να τα παραδώσει στους ιδιοκτήτες, έπρεπε να εισπράξει από αυτούς πρόστιμο για κάθε ζώο ένα σελίνι, καθώς επίσης ένα ποσό ανάλογα με τις ζημιά που είχαν προκληθεί.
Ο Κλεάνθης Κωνσταντίνου ή άλλως Κλέαθθος το παλικάρι όπως όλοι τον φώναζαν, διορίστηκε Τουρκόπουλος και υπηρέτησε από το 1948 έως το 1968. Είχε την μεγαλύτερη υπηρεσία από όλους τους άλλους συναδέρφους του που υπηρέτησαν στην κοινότητα της Χλώρακας. Μια από τις ασχολίες του στο επάγγελμα την οποία εξασκούσε με πολλή ευχαρίστηση, ήταν να συνοδεύει στις επισκέψεις τους στην κοινότητα τους αξιωματούχους της Κυβέρνησης, ακόμα ήταν ο προπομπός τους καθώς και ο αγγελιαφόρος για τα διάφορα φιρμάνια και ανακοινώσεις που αφορούσαν τους κατοίκους.
Ο Τουρκόπουλος της Χλώρακας ήταν ξακουστός σε όλη την Επαρχία της Πάφου, και εκτός από τη φήμη του στο τσιάττισμα και στο τραγούδι όπου για κάθε περίσταση τσιάττιζε με επιτυχία τους κατάλληλους στίχους, ήταν ανίκητος σε όλους τους διαγωνισμούς.
Στους αγρούς που γύριζε ολημερίς φυλάγοντας τις περιουσίες του κόσμου, καθώς είχε φλέβα καλλιτεχνική το μυαλό του μέσα στην ελεύθερη φύση γύριζε και κατεβάζοντας ιδέες, στοίχιζε τσιαττιστά, ακόμα συνταίριαζε μικρές φανταστικές χαρούμενες ιστορίες που είχαν παραβολικό και διδακτικό χαρακτήρα και τις έλεγε στα μικρά παιδιά, που τον αγαπούσαν και τον έτρεχαν ξοπίσω.
Αν όλα όσα τσιάττιζε τα κατέγραφε, θα είχε γράψει ίσως τόμους βιβλίων, και σήμερα ύστερα από χρόνια που πέθανε, θα λογαριαζόταν σίγουρα λαϊκός ποιητης.
Η οικογένεια του ήταν πολυμελής, αποτελείτο από εφτά άτομα, είχε ακόμα υπό την φροντίδα του άλλα πέντε εγγόνια, μικρά παιδιά που είχαν χάσει τον πατέρα τους πολύ ενωρίς και έμειναν στον κόσμο έρμα καθώς η μάνα τους πολύ νέα, ξαναπαντρεύτηκε αφήνοντας τα ορφανά στην επίβλεψη του παππού τους.
Η ζωή εκείνους τους καιρούς ήταν δύσκολη, και έπρεπε με το χαμηλό του μισθό που δεν αρκούσε, να τους φροντίσει όλους, Γι αυτό κατέβαλλε συνεχώς μεγάλες προσπάθειες για να τα καταφέρει.
Με κάθε οικονομία και προσπάθεια πάλευε καθημερινά για τον επιούσιο. Μάζευε αγριόχορτα από τους αγρούς, τρυγούσε τρεμίθια και τα άλεθε στο μύλο να βγάλει λάδι, και όταν αυτό δεν αρκούσε, ξεκινούσε περπατητός από τη Χλώρακα μέχρι το Νέο Χωρίο Πόλεως Χρυσοχούς, να αγοράσει ένα τενεκέ λάδι γιατί εκεί ήταν πιο φτηνό. Δεν είχε δικό του ζώο να καβαλικέψει, έτσι διανούσε την μεγάλη απόσταση περπατητός, φορτωμένος τον τενεκέ με το λάδι, θέλοντας έτσι να γλυτώσει έστω το κόμιστρο της συγκοινωνίας και με αυτό τον τρόπο αλλά και άλλους, εξοικονομούσε χρήματα για τις πιο απαραίτητες ανάγκες της πολυπληθούς οικογένειας του.
Σαν νέος είχε και αυτός τις χαρούμενες ιστορίες του. Κάποια φορά με την παρέα του πήγε σ ένα γάμο στο διπλανό χωριό, στην Κισσόνεργα. Εκείνες τις εποχές μετρούσε πολύ η παλικαριά και η ανδρειωσύνη, γι αυτό οι νέοι αναμεταξύ τους πάλιωναν για να αποδείξουν τη δύναμη τους και να καταδείξουν την αξία τους. Εκείνη τη φορά μια μεγαλύτερη παρέα Κισσονεργήτες, τους προκάλεσαν σε καυγά και πάλιωμα. Ήσαν πιο μεγαλόσωμοι τους, φαινόταν καθαρά ότι ο αρχηγός τους ήταν πολύ δυνατός. Όλοι έμειναν φοβισμένοι χωρίς αντίδραση, μονό ο Κλέαθθος βλέποντας τους όλους να μένουν δειλοί. Μη αντέχοντας την προσβολή, βγήκε μπροστάρης να τους αντιμετωπίσει.. Έδειξε παλικαριά, όλοι τον θαύμασαν, και από τότες του κόλλησαν το τιμητικό παρατσούκλι και όλοι τον ονόμαζαν το παλικάρι.
Είχε πραγματικώς περίσσια παλικαριά, μια φορά μέσα στο ’55 όταν τον συνέλαβαν οι Άγγλοι και τον βασάνισαν σκληρά για να προδώσει αγωνιστές της ΕΟΚΑ, αυτός δεν λύγισε, υπέμενε τα βάσανα, και δεν μίλησε. Ήταν η τελειωτική απόδειξη της παλικαριάς του, που ενώ γνώριζε πράγματα για τον αγώνα δεν λύγισε από τα σκληρά βασανιστήρια τα οποία κανείς σχεδόν δεν μπορούσε να αντέξει.
Ως στα γεράματα του των 90 χρόνων και πλέον που έζησε, τον ονόμαζαν όλοι με σεβασμό, «το παλικάρι».
Ήταν μια μορφή που δεν θα ξεχαστεί οσο υπάρχουν αυτοί που τον γνώρισαν, γιατί ήταν ξεχωριστός και διαφορετικός άνθρωπος. Κυρίως τον ενθυμούνται όλοι γιατί σαν μικρά παιδιά τους έλεγε ιστορίες και παραμύθια, τους έδινε ελπίδες σε εποχές δύσκολες, τους απάγγελλε τα ωραία τσιαττιστά που πολλοί ακόμη ενθυμούνται, ήταν με ένα τιαττιστό στα χείλη που άφησε την πνοή του στα 96 του χρόνια. Κάποιος φίλοε του χωριανός τον επισκέφτηκε λίγες μέρες πριν πεθάνει, και θέλοντας να διαπιστώσει την διαύγεια πνεύματος του τον αστείεψε με ένα τσιαττιστό λίγο υποτιμικό, αλλά αυτός αμέσως του απάντησε:
«Φίλε μου, μέν προσπαθείς να με ειρωνευτείς,
γιατί έχω τον νουν του Σολομών, και του Δαυίδ τη γνώση,
θα σου λαλώ τσιατίσματα, ώσπου να ξημερώσει». 

Ο ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΟΥΘΚΙΟΥ
Σε κάθε τόπο όπου οι άνθρωποι ζουν, πάντα υπάρχουν αυτοί που ξεχωρίζουν, αυτοί που είναι αγαπητοί, ή ακόμα και το αντίθετο, είναι όμως που με τον τρόπο τους εμπεδώνουν την προσωπικότητα τους με αποτέλεσμα να είναι όπως η βούλα στο χαρτί που χωρίς αυτήν κανένα έγγραφο δεν έχει αξία. Έτσι και οι άνθρωποι αυτοί είναι πάντα στο επίκεντρο κάθε μεγάλης ή μικρής κοινωνίας, είναι πάντα αυτοί που καθορίζουν την μοίρα των άλλων χωρίς να κατέχουν θέσεις και αξιώματα, το πετυχαίνουν απλά γιατί είναι αυτοί που είναι.
Ανάμεσα σε τέτοιους ανθρώπους ένας, ήταν ο Χριστοφής του Αντρεουθκιού που έζησε τις δύσκολες δεκαετίες του πολέμου με τους Εγγλέζους, του Χουντικού πραξικοπήματος, και ύστερα της Τούρκικης εισβολής.
Ο Χριστοφής ήταν γιός του Αντρεουθκιού του κασάπη ο οποίος είχε πολυμελή οικογένεια, την ίδια πολυπληθή οικογένεια δημιούργησε και ο ιδιος αργότερα όταν παντέφτηκε την κόρη του παπά του χωριού.
Η Χλώρακα εκείνες τις εποχές ήταν μια άγνωστη μικρή κοινότητα. Ήταν χρόνια πέτρινα και μίζερα, και αυτός πάσκιζε με πολλή κόπο και μανία να κάμει τα δύσκολα να γίνουν πιο υποφερτά. Έτσι τον θυμούνται οι απόγονοι του και όλοι οι χωριανοί από τον θάνατο του και μετά, όταν ξαφνικά από ενωρίς πέθανε στα 63 του χρόνια. Όλοι τον θυμούνται που πάντα χαμογελαστός με τη μεγάλη του στωικότητα αντίκριζε τα δύσκολα, τα υπέμενε, δεν τα έβαζε κάτω, και ξανά απ την αρχή ξεκινούσε με πλώρη την ελπίδα που είχε πάντα μέσα του, που ήταν αυτή που τον έκαμνε να είναι αισιόδοξος αλλά και φιλόσοφος. Μιλούσε πάντα με μια γαλήνια ηρεμία, έβλεπε τα πράγματα αισιόδοξα, έτσι ώστε παρέσερνε με τον δικό του τρόπο όλο τον κόσμο γύρω του να είναι σαν κι αυτόν.  
Μαθαίνοντας την τέχνη από τον κύρη του συνέχισε το ίδιο επάγγελμα, αλλά επειδή οι καιροί ήταν φτωχικοί, ο κόσμος έτρωγε κρέας μόνο το Πάσχα. Τα έσοδα του ήταν πενιχρά, γι αυτό σκεφτόταν τι άλλο να έκαμνε για το μεροκάματο, σκέφτηκε ώσπου του ήρθε μια ιδέα, άλλη δουλειά που του ταίριαζε, ήταν του ταβερνιάρη. Νοίκιασε λοιπόν ένα φτηνό μαγαζάκι και έβαλε μέσα λίγες καρέκλες και τραπέζια, τοποθέτησε έξω στην αυλή μια φουκού και ανάβοντας την έβαλε πανω στα κάρβουνα να γυρίζουν δυο σούβλες με το καλύτερο του κρέας.
Στους υστερότερους καιρούς όπως ο ίδιος διηγιόταν συχνά, Θυμάται την πρώτη φορά που ενώ ψηνόταν η σούβλα με μια μπύρα στο χέρι, αυτός στεκόταν και σκεφτόταν τι ωραία που μύριζε, αν δεν είχε πελάτες θα έκανε ζεύκι με την οικογένεια του. Εστεκε και γύριζε τη σούβλα ώσπου να ψηθεί και ο νους του έτρεχε εδώ και κεί. Σκεφτόταν το παρελθόν και περιδιαβαίνοντας το, ο νούς του στάθηκε στο εχτές, σε ενα περιστατικό που συνέβηκε…
Σαν κασάπης αγόραζε αιγοπρόβατα που τα έβαζε σε μια πρόχειρη μάντρα στη σκιά δυό δρυών δίπλα στο εκκλησάκι του Άη Νικόλα, ώσπου να έρθει η ώρα να τα σφάξει. Κάτω από τον παχύ ίσκιο αυτών των δενδρών, του άρεσε πολλές φορές τα καλοκαιρινά μεσημέρια, να ξαπλώνει  και να κοιμάται..
Μια μέρα που λαγοκοιμώταν, του φάνηκε ότι άκουσε κάποιον να καλεί βοήθεια. Έστησε αφτί και ακουσε καθαρά μια αγωνιώδη φωνή να έρχεται από το παραδιπλανό χωράφι που μέσα σ αυτό κατέληγε το τρεξιμιό νερό που ανέβλυζε από μια πηγή δίπλα στον μικρό ναό. Ήξερε ότι ήταν επικίνδυνο μέρος, ήταν ένας τόπος λασπωμένος που χρειαζόταν προσοχή κάποιος να τον περάσει, γιατί σε καποια σημεία του είχε μετατραπεί σε βάλτο.
Αμέσως έτρεξε εκεί, και είδε ένα νεαρό χωμένο μέσα στη λάσπη ως τη μέση, να φωνάζει βοήθεια και να προσπαθεί να ξεκολλήσει, αλλά ο βάλτος τον τραβούσε και δεν μπορούσε να ελευθερωθεί.
Αμέσως ο Χριστοφής πήρε ένα σκοινί από τη μάντρα και ρίχνοντας του το, τον τράβηξε έξω στο στέρεο έδαφος.
Ο νεαρός ήταν ένας ξένος που από μακριά είδε την απλωσιά των χωραφιών, και μη γνωρίζοντας τον κίνδυνο, όρμησε με την ωραία του κούρσα εκεί να κάνει ράλλυ και ξερογυρίσματα. Το αυτοκίνητο κόλλησε, και αυτος δοκιμάζοντας να βγεί, κόλλησε και ο ίδιος στη λάσπη που τον τραβούσε και δεν τον άφηνε να κινηθεί..

Έτσι που συλλογιόταν, ξάφνου ένα μεγάλο αμάξι με σοφέρ σταμάτησε εμπρός του, και από την πίσω πόρτα βγήκε ένας άνδρας με επιβλητική αριστοκρατική κορμοστασιά και αρχηγικό ύφος, και δρασκελώντας το συμηντήρι που χώριζε το κτίριο από το δρόμο, τον του έτεινε το χέρι.
-Είμαι ο πατέρας του παιδιού που βοήθησες εχτές,
του είπε.
-Εμένα με λένε Χριστοφή και είμαι ο ταβερνιάρης εδώ, εσένα πώς σε λένε και ποιος είσε;
του αντιγύρισε ο Χριστοφής.
Ήταν ο στρατηγός της Εθνικής φρουράς της Κύπρου, και ήρθε να γνωρίσει αυτόν που βοήθησε το γιο του.
Έκατσαν και τα είπαν, η ώρα πέρασε, σάν τα έλεγαν τα ήπιαν, έφαγαν και τη σούβλα, έγιναν τελικά δυο καλοί φίλοι.
Από εκείνη τη μέρα ξεκίνησε μια μεγάλη φιλία και μαζί της η άνοδος του Χριστοφή. Η φήμη του ως καλού ταβερνιάρη έφτασε απ άκρο εις άκρο της Κύπρου, και εγινε πολύ ξακουστός. Απέκτησε σπουδαίες γνωριμίες, και μπορούσε εύκολα να ζητά χάρες και ρουσφέτια. Ο λόγος του είχε μεγάλη πέραση, και με ευχαρίστηση βοηθούσε όλους τους χωριανούς. Αυτοί ύστερα με τη σειρά τους τον υποστήριζαν αγοράζοντας κρέας, και τρώγοντας στην ταβέρνα του. Με αυτό τον τρόπο τα οικονομικά του πήγαν καλά, μπορούσε έτσι να έχει ένα καλό εισόδημα και να ζει με άνεση την μεγάλη του οικογένεια.
Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας φυλακίστηκε στα κρατητήρια της Πάφου μαζί με  άλλους νέους αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Τους έκαναν πολλά βασανιστήρια και πέρασαν δύσκολες στιγμές όπως διηγούνται όσοι ήταν μαζί του, αλλά συτός όπως και άλλοι, άντεξε και δεν μίλησε, ούτε προδωσε.

Μια από τις κόρες του η Έλλη, διηγείται με πολλή νοσταλγία:
Είχε έναν χαρακτηριστικό τρόπο να αφηγείται παλιές ιστορίες και γεγονότα που συνέπαιρνε τις παρέες των αλλων ανθρώπων που όταν τον άκουγαν κρέμονταν από τα χείλη του. Ήταν γλεντζές και διασκεδαστικός και όταν τραγουδούσε πάντα ξεκινούσε με το τραγούδι  «μια ζωή την έχουμε», θέλοντας να τονίσει σε όλους ότι τη ζωή πρεπει να την παίρνουν οι άνθρωποι από την καλή μεριά της.
Δεν ήταν μορφωμένος άνθρωπος, ούτε κατείχε ψηλή θέση ή κάποιο αξίωμα, αλλά ήταν ένας δυνατός βιοπαλαιστής που είχε ψηλή θέση στην καρδιά των ανθρώπων και στην κοινωνία.
Από νέος έδειχνε πόσο δραστήριος και δυναμικός ήταν. Συμμετείχε σε ποδοσφαιρικούς αγώνες, ήταν πρωταθλητής στη δισκοβολία και διακρινόταν για τη δύναμη του. Κάποτε είχε σηκώσει μιαν τεράστια πέτρα που κανένας δεν μπορούσε. Άλλη φορά, περνώντας από το γήπεδο που είχε αγώνες, κατέβηκε και έριξε δίσκο και ήρθε πρώτος. Δεν μπορούσαν να του δώσουν όμως το κύπελλο  γιατί δεν είχε γραφτεί να συμμετάσχει στους αγώνες. Ο αγροφύλακας του χωριού ο Κλέαθθος το παλληκάρι που ήταν λαϊκός ποιητάρης, όταν περνούσε από το δρόμο, του φώναζε,
-πούν το παλικάρι του χωρκού, έν το καμάρι του χωρκού.
Άλλη ιστορία την οποία διηγείται ο Κώστας Λιασίδης, λέει,
-Ήμουν ο πιο δυνατός όλου του χωρκού, στην πάλη τους έβαζα όλους χαμέ, η φήμη μου ήταν μεγαλη. Ήρθε μια μέρα μια Λαμπρή, το παλικάρι της Κισσόνεργας να παλέψει μαζί μου. Ήταν πολύ δυνατός, αλλά εγώ ήμουν πιο δυνατός, τον έβαλα χαμέ. Ο μόνος που με νίκησε μια φορά, ήταν ο Χριστοφής. Σκέφτηκα ότι ήταν τυχαίο, ξαναπαλιώσαμε, αλλά πάλι με ξανάβαλε χαμέ. Ήταν πολύ δυνατός.
Αγαπούσε τη θάλασσα και καθημερινά πήγαινε στη θάλασσα της Αλικής. Εκεί βουτούσε, και εκεί στον δροσερό αέρα της θάλασσας ανάμεσα στην κάψα του καλοκαιριού κάτω από τη δροσιά της σκιάς του κέντρου της Ζήνας Κάνθερ όπου του άρεσε να κάθεται, εκεί ένιωσε τους πρώτους πόνους στο στήθος προμήνυμα για το στερνό ταξίδι που θα πήγαινε. Πήγε αμέσως σε ένα φίλο του γιατρό, ο οποίος δυστυχώς διέγνωσε τη σοβαρότητα του προβλήματος της υγείας του. Ο Χριστοφής του ζήτησε να ειδοποιήσει τα παιδιά του και ενώσω του έλεγε τα τηλέφωνα τους, εκεί ξεψύχησε, εκεί άφησε την τελευταία του πνοή...
Πέθανε και έφυγε, αλλά  επειδή η φήμη του ταξιδευσε και σε άλλες χωρες, άνθρωποι που τον γνωρισαν και μη γνωρίζοντας το θλιβερό γεγονός, για συνέχεια μέχρι τελευταία, του έστελλαν χαιρετίσματα με φοιτητές χωριανούς.
Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Χριστοφής του Αντρεουθκιού… Ύστερα από πολλά  χρόνια μετά το θάνατο του, θυμούνται όλοι όσοι τον έζησαν και μιλούν με αγάπη, νοσταλγία και ευγνωμοσύνη για το άτομο του. Τέτοιους ανθρώπους δεν συναντάς σήμερα, λένε




Εγώ, ο συγγραφέας Κυριάκος Ταπακούδης ως διηγηματογράφος:
Τα διηγήματά μου που δεσπόζουν στη συγγραφική μου δημιουργία όταν τα διαβάζει κανείς, μεταφέρεται νοερά σε χαρακτήρες του λαού. Το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής μου έμπνευσης το άντλησα από παλιές ιστορίες διηγήσεις των γερόντων και μέσα από τη χριστιανική παράδοση.
Ορισμένες από τις ιστορίες μου περιέχουν μερική μυθολογία και είναι αποτέλεσμα των παραλογών που δημιουργούνται όταν μεταφέρονται από στόμα σε στόμα, σημασία όμως έχει ότι είναι όλες αποτέλεσμα από αυτούσιες διηγήσεις.
Πέραν από τα βιωματικά μου διηγήματα, τα υπόλοιπα είναι παρμένα από την καθημερινή ζωή και τα ήθη και έθιμα του τόπου. Με το μεγαλύτερο μέρος του έργου μου να είναι κατασκευασμένο και παντρεμένο με την πραγματικότητα και την αλήθεια των ιστορήσεων αυτών, αλλά και αντλώντας από τον πλούτο των θρύλων και των δοξασιών, απ όσα είδα και συγκινήθηκα, απ όσα άκουσα και ταράχτηκα, απ όσα με άγγιξαν πραγματικά και με ταρακούνησαν, τα πήρα και τα μεταμόρφωσα και τα έπλασα και τα έγραψα με έναν τρόπο γραφής δικό μου με προσήλωση όμως στη θρησκευτική πίστη, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύοντας περισσότερο τις δεισιδαιμονικές φοβίες των ανθρώπων.
Φτιάχνοντας μ αυτό τον τρόπο ιστορίες και διηγήματα που προκαλούσαν το ενδιαφέρον των ανθρώπων, κατάλαβα ότι κατάφερα στην εν γένη συγγραφική μου εργασία να αποκτήσω πλήθος αναγνωστών που περιμένουν με αδημονία την κυκλοφορία των εφημερίδων για να διαβάσουν τα έργα μου.